Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mezcalin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα mezcalin. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

4 Μαρ 2008

ΑΛ-ΤΣΑΝΤΙΖΟΜΑΙ (όχι βέβαια πως δε γελάω κιόλας)

Συμμερίζομαι την άποψη ότι χωρίς χιούμορ θα είχαμε αυτοκτονήσει ή θα είχαμε αλληλοσκοτωθεί. Η διαδικασία σάτιρας των καταστάσεων που μας απασχολούν είναι το αντίβαρο της σημαντικότητας των καταστάσεων αυτών. Σατιρίζοντας, παίρνουμε λίγο περισσότερο κουράγιο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων μας ή τα απομυθοποιούμε, χωρίς φυσικά να τα ξεχνάμε. Είμαι σίγουρος ότι ο κόσμος γνωρίζει τη μεγάλη χρησιμότητα της σάτιρας στη ζωή του. Γι’ αυτό και τη γουστάρει. Γι’ αυτό και την επιζητάει. Στην τελική, περνάει καλά, χωρίς να χρειάζεται μεγάλη φιλοσοφία επί του θέματος. Παράλληλα, δεν είναι λίγες οι φορές που μέσω της σάτιρας τα κακώς κείμενα αποκαλύπτονται, απλοποιούνται και γίνονται πιο κατανοητά. Η σάτιρα μπορεί να διαμορφώσει συνειδήσεις. Μπορεί όμως και να οδηγήσει τις συνειδήσεις σε εφησυχασμό. Τι γίνεται στην περίπτωση εκείνη που η σάτιρα παίρνει μεγάλες διαστάσεις (τηλεθέασης); Είναι πλέον το ίδιο αθώα και αναγκαία όπως πριν; Μπορούμε να βάλουμε στο ίδιο τσουβάλι σατιρικές εκπομπές και γελοιογραφίες εφημερίδων; Είναι ίδιο το τριπάκι που μπαίνει ο νους του θεατή που παρακολουθεί μια εκπομπή, με το τριπάκι ενός αναγνώστη που χαζεύει μια γελοιογραφία, διαβάζοντας ένα άρθρο; Κατά τη γνώμη μου, όταν η σάτιρα δημόσιων θεμάτων παίρνει μεγάλες διαστάσεις (βλ. τηλεόραση), τείνει να δράσει «ξεφουσκωτικά», ακόμα κι αν η αρχική βλέψη δεν είναι αυτή. Μια σατιρική εκπομπή μεγάλης ακροαματικότητας αποκαλύπτει πράγματα, την ίδια στιγμή που καθηλώνει πολύ κόσμο στον καναπέ (ή στην εξέδρα του στούντιο). Υπό αυτές τις συνθήκες, η σάτιρα έχει τη δυνατότητα να δώσει αποσπασματικές κατευθύνσεις. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχυριστεί κάποιος ότι εφόσον παρακολούθησε την εκπομπή, έχει εκπληρώσει το πολιτικό του χρέος. Ικανοποιημένος πια, επιστρέφει στην προηγούμενη ευτυχία του ή δυστυχία του. Δεν έβαλε όμως ο ίδιος το μυαλό του να σκεφτεί. Έλαβε τυποποιημένη σάτιρα, όσο καλής ποιότητας κι αν είναι αυτή. Και την επόμενη μέρα, θα κουβεντιάσει τις έτοιμες ατάκες που άκουσε χθες βράδυ, χωρίς να μπεί στη διαδικασία να παράγει ο ίδιος δικές του. Τελικά, ο πρωταγωνιστής που βγαίνει στο γυαλί μπορεί να δράσει ως μέντορας, όσο κι αν δεν είναι αυτή η πρόθεσή του. Κι εκεί είναι ένας από τους κινδύνους εκπομπών τύπου Λαζόπουλου. Η σάτιρα ταυτίζεται με το πρόσωπο που κάνει το show, σε βάρος του περιεχομένου. Δε θα μπω στη λογική «όλα για τα φράγκα γίνονται». Θεωρώ πως είναι ύποπτα απλουστευμένη άποψη. Από την άλλη, φαντάζω ως συνομωσιολόγος όταν φιλοσοφο-κατηγορώ εκπομπές σαν αυτή που ανέφερα παραπάνω. Κάτι μου βρωμάει όμως, όσο κι αν γελάω, όσο κι αν δε μπορώ να το εντοπίσω.

25 Φεβ 2008

Μερικές διαστάσεις

(είναι λίγες· περιμένω συμπληρώσεις – μετά από μια γαμάτη συναυλία, είμαι high· περιμένω κατανόηση)


Πρωινός, ζεστός καφές, μετά από μανιασμένο ξενύχτι χορού και ξυδιών / «Φιλοσοφική» κουβέντα με τον κολλητό σου, αργά το βράδυ καθημερινής / Να γεννάει η γάτα σου μικρά / Να κατηφορίζεις την Κηφισίας με 130 km/ώρα / Να περπατάς με το κεφάλι ψηλά, βλέποντας αστερισμούς και νεφελώματα / Να περπατάς με το κεφάλι ψηλά, γενικότερα / Μπύρα σε νησί, το δειλινό, μετά από μια ολόκληρη μέρα ήλιου και άμμου / Γέλια μέχρι δακρύων με τους μεθυσμένους κολλητούς / Η αίσθηση ότι σε καταλαβαίνουν, πριν χρειαστεί να πεις οτιδήποτε / Το ταίριασμα της σιωπής σου με τη σιωπή του άλλου / Αγουροξυπνημένος χαβαλές σχετικά με ό,τι έγινε χθες βράδυ / Να σε ζεσταίνει στην ταράτσα ο ήλιος του Μάρτη / Η πρώτη βουτιά στη θάλασσα μετά από ένα ζόρικο χειμώνα / Η πρώτη γουλιά tequila μετά από μια ζόρικη κουβέντα / Η αναγγελία ενός πάρτυ / Απογευματινή μαστούρα μετά από κρασιά και κοψίδια / Το ζεστό σώμα της κοπέλας σου όταν την πέφτετε για ύπνο / Περίπατος ή αυτοκινητάδα στην πόλη, ακουσμένος από μπάφους / Να μην ξέρεις τι μέρα είναι σήμερα (ή αύριο) / Να τρως με την κοπέλα σου παγωτό στο κρεβάτι / Να κοιμάσαι γαλήνιος και να ξυπνάς ακόμα πιο γαλήνιος / Τσικουδιά (όση περισσότερη γίνεται) με ντάκο, σε πλατεία με σκιά πλάτανου / Να οδηγάς το αυτοκίνητό σου νύχτα, με πέμπτη, ακούγοντας Morphine / Συνάντηση με τους κολλητούς σου, στο αγαπημένο σας στέκι / Το ξεκίνημα του καραβιού σε ταξίδι πηγαιμού / Εκσπερμάτιση μόνο με αγγίγματα και κοιτάγματα / Η θεοβρώμικη μπλούζα σου μετά από πολυήμερο camping / Βαλσάμικο ξύδι πάνω σε φύλλα ρόκας / Το νικηφόρο γκολ της ομάδας σου στις καθυστερήσεις / Το μικροσκοπικό χεράκι του νεογέννητου ανιψιού σου / Να κοιμάσαι σε φρεσκοπλυμένα σεντόνια / Να κοιμάσαι μόνος σου στα βρώμικα σεντόνια της κοπέλας σου / Άναμα τσιγάρου σε δρόμο της γεμάτης υγρασία Θεσσαλονίκης / Να βλέπεις ανυπόμονα το καζάνι να στάζει τσίπουρο / Να νιώθεις τη θάλασσα να αγγίζει την πλάτη σου, κάνοντας σέρφινγκ / Να καταλαβαίνεις ότι σε βλέπει ερωτικά αυτή που κι εσύ βλέπεις ερωτικά / Η μυρωδιά του ξύλου όταν το πριονίζεις, πριν το κάψεις / Η επισκευή του αυτοκινήτου σου από τα ίδια σου τα χέρια / Μασάζ από τα χέρια που σε αγαπάνε / Να μη φοβάσαι αν πλησιάζει ο Σεπτέμβρης (ή ο ακόμα χειρότερος Μάιος) / Οι πρώτες νιφάδες του χιονιού, καθώς ανηφορίζεις στο βουνό / Να τζαμάρεις με τους κολλητούς σου το «I don’t want to grow up» / Το αλάτι και το λεμόνι, μετά από ένα (ακόμα) σφηνάκι vodka / Η έκπληξη του πόσο γαμάτο είναι το καινούριο album αγαπημένου σου group / Ένα ζεστό μπάνιο μετά από μια κρύα μέρα / Γιαούρτι με γλυκό βύσσινο, μετά από χαλαρή κρασοκατάνυξη / Ένα μπουκάλι δροσερό νερό, σε κατάσταση αλκοολικής αφυδάτωσης / Ένα μπουκάλι δροσερό νερό, το καλοκαίρι / Να μη σε νοιάζει αν θα πεθάνεις την ίδια στιγμή / Άραγμα με ποτό μπροστά στο τζάκι, μετά από εφτά ώρες οδήγησης / Το επιτυχημένο πέσιμο του κολλητού σου στην κολλητή σου / Η αντάμωση με την κοπέλα σου, μετά από μέρες απουσίας / Το πρώτο σου χειρόφρενο / Πάστες σε συνδυασμό με σκέτο καφέ / Να τσιμπάει το ψάρι στο δόλωμα / Να μπορείς να γίνεις φέτες χωρίς να φοβάσαι μήπως κακοχαρακτηριστείς / Θυμωμένο σεξ που τα λύνει όλα / Βυθισμένο κομμάτι κόκκινου μήλου σε ποτήρι με κόκκινο ξηρό κρασί / Να διανύεις λασπωμένους χωματόδρομους με άγνωστο προορισμό / Να βγάζεις τα γόνατά σου off από το ρυθμικό χοροπηδητό / Επιθετικό τσούγκρισμα γεμάτων ποτηριών με θορυβώδη καλή παρέα / Να ‘ναι η ηδονή σου η ηδονή της κοπέλας σου / Ανακατεμένα μαλλιά και θρόισμα πεύκων στο καλοκαιρινό μελτέμι / Συνεχή χαβαλεδιάρικα πειράγματα με τους κοντινούς σου ανθρώπους / Ύπνος στη ζεστή άμμο της παραλίας / Το σκάλωμα που σου αφήνει μια γαμάτη ταινία / Η πρώτη πρωινή τζούρα τσιγάρου και καφέ μετά από ένα χορταστικό βράδυ / Η διέγερση που σου προκαλεί ένα πρόστυχο ψιθύρισμα της κοπέλας σου / Η αίσθηση της βαριάς κουβέρτας πάνω στο ξαπλωμένο σώμα σου / Φρέσκο κρεμμύδι στη μαρουλοσαλάτα / Να κατεβαίνεις τις πλαγιές με χιονοπέδιλα, γαμιώντας / Να σου φέρνει ο συγκάτοικος τον πρωινό καφέ στο κρεβάτι / Να μη χρειάζεται να ανατρέχεις συνεχώς στις καλές αναμνήσεις σου / Να ξέρεις ότι αύριο θα συμβεί κάτι πολύ καλό στη ζωή σου / Να βλέπεις ότι έρχεται ένα ωραίο καλοκαίρι


Προσεχώς, ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ...

17 Φεβ 2008





Είναι Σάββατο βράδυ. Δηλαδή, το πιο επικίνδυνο βράδυ της εβδομάδας (το δεύτερο πιο επικίνδυνο είναι της Παρασκευής). Οι λόγοι είναι αμέτρητοι. Πχ, αν βγεις έξω, συναντάς τις ορδές των βαρβάρων, οπότε σου σκάνε στο νου σκέψεις περί μαζοποίησης και ανάλωσης του εαυτού σου. Αν δε βγεις, υπενθυμίζεις στον εαυτό σου πόσο μόνος είσαι, τη στιγμή που οι άλλοι τα σπάνε. Ό,τι και να κάνεις, δηλαδή, τα πράγματα μπορεί να είναι σκατά. Τι παθαίνει κανείς αν δεν τα ‘χει καλά με τον εαυτό του, ε; Anyway, αρκετά έχουμε μυθοποιήσει το να τα πηγαίνουμε καλά με τον εαυτό μας, λες κι είναι η μαγική συνταγή που τα λύνει όλα... Αρχίδια στο μυστρί, θα έλεγα τώρα, αλλά κρατιέμαι για να το πω μετά.

Έξω χιονίζει και μάλλον έχει ήδη αποκλειστεί η περιοχή μου (όσο αποκλεισμένη μπορεί να θεωρείται μια συνοικία στην Αθήνα).

«Αχ, τι ωραία, τι ρομαντικά! Έξω η πλάση να ‘ναι άσπρη και συ να κάθεσαι στο σαλόνι σου, μπροστά στη ζέστη και στη λάμψη του αναμμένου τζακιού, με ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι!».

Αρχίδια στο μυστρί! Το σκηνικό φυσικά και δεν είναι έτσι. Οι διαφημίσεις του Apelia έχουν σταματήσει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 (το μόνο θετικό της υπόθεσης). Το σκηνικό δε θα μπορούσε καν να είναι έτσι! Αντίθετα, η φάση περιλαμβάνει τους γονείς μου, μια αναμμένη τηλεόραση να παίζει Λαζόπουλο-κονσέρβα (πιο μετά έχει και Θέμο-κονσέρβα), ένα αναμμένο computer (αντί για τζάκι), ένα κακομοίρη μπροστά στην οθόνη του να προσπαθεί να κάνει διορθώσεις στη διατριβή του (τα διδακτορικά μας μάραναν, μη χέσω· δεν κοιτάμε τα μούτρα μας, λέω γω!) και μια σχεδόν πλήρη απουσία συντροφικού αλκοόλ ή αλκοολικού συντρόφου (καλύτερα βέβαια να ‘σαι άξυδος, παρά να πίνεις Apelia, γαμώ τη Μονεμβασιά μου).

Σ’ ένα διαλειμματάκι μου, όντας αρκετά θολωμένος από την προσπάθεια καταγραφής της εξήγησης του κατά πόσο ένα νεαρό πράσινο-μωβ φύλλο ενός ημιφυλλοβόλου είδους της ανατολικής Μεσογείου μπορεί να φωτοσυνθέσει επαρκώς κάτω από συνθήκες τριών εως πέντε σύννεφων στην ατμόσφαιρα, υπό κλίση εδάφους 18 μοίρες και υπό θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους 3 βαθμούς Κελσίου τον Απρίλη, αποφασίζω να κάνω τη θρυλική κίνηση παρακολούθησης Λάκη, έτσι για να ξεσκάσω λιγάκι, βρε αδερφέ! Όχι, μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να αναλύσω τις όποιες αντιρρήσεις έχω σχετικά με τη λογική της εκπομπής του Λαζόπουλου. Θα σας πω ακόμα πιο βαρετά πράγματα, αφήνοντας το Λάκη για μια άλλη φορά. Κι εκεί που ο showman λέει, λέει, λέει, κράζει, κράζει, κράζει (με μπόλικο χιούμορ, είναι αλήθεια), αρχίζει και σοβαρεύει, παραθέτοντας στοιχεία σχετικά με τη νέα, αλλά και τη λίγο παλιότερη, γενιά. Γνωρίζει, λοιπόν, ο Λάκης πόσο φοβούνται τα νέα παιδιά να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, να πληγώσουν και να πληγωθούν. Γνωρίζει την ανασφάλεια της πτυχιούχας ΤΕΙτζούς, που τα εργασιακά της δικαιώματα είναι απλώς ανύπαρκτα. Γνωρίζει το πόσο εγκλωβισμένος νιώθει ένας 30άρης που κατοικεί με τους γονείς του...

Ναι, το παραδέχομαι! Είμαι Έλληνας (δυστυχώς), 30άρης (επίσης δυστυχώς) και μένω με τους γονείς μου (και πάλι δυστυχώς). Ναι, ανήκω κι εγώ σ’ αυτή τη συμπαθητική, αξιολύπητη και συγχρόνως εξοργιστικά κατάπτυστη κατηγορία ανθρώπων, που αποτελεί χαρακτηριστικό αυτής της κωλοχώρας και που συντελεί στη συνέχιση της μιζέριας αυτής της κωλοχώρας. Συντηρώ κι εγώ αυτό το πρότυπο, που άλλοτε, όταν μου το περιέγραφαν, ούτε που φανταζόμουν ότι κάποτε θα το εκπροσωπήσω. Δε χρειαζόταν να μπω σε διαδικασία απόρριψης του συγκεκριμένου προτύπου, διότι δεν το σκεφτόμουν καν! Ίσως μ’ έφαγε η σιγουριά...

Και πάνω που μου σκάνε όλα τα παραπάνω (δε μου πήρε πολύ χρόνο – μου ‘ρχονται στο νου αυτόματα), γυρνάει η μητέρα μου προς το μέρος μου, έχοντας ακούσει το Λάκη να αναφέρεται στον εγκλωβισμό των 30άρηδων και με ρωτάει: «Νιώθεις εσύ εγκλωβισμένος;»

Τι να απαντήσω, γαμώ την αγανάκτησή μου; Να εξηγήσω τους λόγους του εγκλωβισμού μου; (ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ!). Να εξηγήσω πόσο χυδαίο και προβοκατόρικο εκ μέρους ενός γονέα είναι να απευθύνει τέτοια ερώτηση προς το παιδί του; Να εξηγήσω πως μια απάντηση του τύπου «Όχι φυσικά, μητέρα, είμαι μια χαρά» θα ηχούσε καλά στα δικά της και όχι στα δικά μου αυτιά; Στο κάτω-κάτω γι’ αυτό έκανε την ερώτηση. Αυτό ήθελε να ακούσει για να νιώσει εκείνη καλύτερα...

Μετά από το ξέσπασμα αυστηρότητας, θα καταλήξω στο κλισέ ότι όλοι οι γονείς είναι ίδιοι γιατί παίζουν τον ίδιο ρόλο. Θα καταλήξω στο κλισέ ότι εγώ είμαι δειλός που δεν τους έδωσα από νωρίς να καταλάβουν μερικά πράγματα. Ναι, ακόμα και στην προχωρημένη ηλικία των 30 μπορείς να έχεις προβλήματα με τους γονείς σου! Αξιοθρήνητο, αλλά υπαρκτό. Αναρωτιέμαι πάλι κατά πόσο οι καλοπροαίρετες προθέσεις των γονιών είναι στοιχείο αρκετό για να συγχωρούνται τα λάθη τους. Η γνώμη μου τείνει προς το όχι. Ο πιο σημαντικός λόγος για να συγχωρήσεις ένα γονέα δε θα έπρεπε να πατάει στο γεγονός ότι είναι γονέας, δε θα έπρεπε δηλαδή να πατάει στην ιδιότητά του. Θα έπρεπε ίσως να βασίζεται στο ότι «άνθρωποι είμαστε, λάθη κάνουμε».


ΥΓ. Αυτό το χώσιμο δεν προσωποποιείται προς τους γονείς μου· είναι το μέσο για να τα χώσω σε όλους τους γονείς. Ξέρω πως το αβάσταχτο blog έχει και άτομα με τη συγκεκριμένη ιδιότητα, οπότε οφείλω να διευκρινίσω ότι δεν έχω ούτε ‘γώ κακή πρόθεση. Στην τελική, μπορείτε να μου απαντήσετε «Όταν θα γίνεις κι εσύ γονιός, θα καταλάβεις!».

11 Φεβ 2008

Η αβάσταχτη μοναξιά του ανώνυμου σχολιαστή

Το ξυπνητήρι χτυπάει επίμονα. Είναι κιόλας 7:30 το πρωί. Ο Μήτσος, σε μια κατάσταση πνευματικής διαύγειας κατά τη μετάβαση από τον ύπνο προς τον ξύπνιο ξεκινάει μια θεώρηση βγαλμένη από τα παλιά. «Ξέρε τον εχθρό σου» έλεγαν στην παρέα του, στα φοιτητικά του χρόνια. Τελικά το χειρότερο μέσο καταστολής και κοινωνικής συμμόρφωσης που χρησιμοποιεί ο σύγχρονος πολιτισμός δεν είναι ούτε η αστυνομία, ούτε τα ΜΜΕ. Είναι το ξυπνητήρι! Η πραγματικότητα όμως έκανε βίαια την είσοδό της στον εγκέφαλο του Μήτσου, επαναφέροντας όλες τις σκέψεις που τον κατακλύζουν. Εκνευρισμένος, βουτάει την παντόφλα και την εκσφενδονίζει προς την άθλια γιαπωνέζικη μικροσυσκευή. Φυσικά, αστοχεί, οπότε ο νέος ήχος που φιλοξενείται στο δωμάτιο εκτός του ξυπνητηριού, είναι η φωνή του που λέει «σκάσε, γαμώ τον αντίθεό σου!».

«Καφέ!» είναι η επόμενη σκέψη του. Σηκώνεται από το κρεβάτι και οδεύει προς την κουζίνα. Εκεί βρίσκεται η κοπέλα του με την οποία είναι ήδη δύο χρόνια. «Ρε Τζίνα, λέω να μην πάω στη δουλειά σήμερα. Είσαι για ένα στα γρήγορα;» της λέει κι αυτή, ξινίζοντας τα μούτρα της, τον κοιτάει με ένα απαξιωτικό βλέμμα και του απαντάει «καλά ρε Δημήτρη, πότε θα μεγαλώσεις;» Για κάποιο λόγο, αυτή η παρατήρηση του θύμισε την παλιά του ηλεκτρική κιθάρα, στην οποία ποτέ δεν «πρόλαβε» να γίνει καλός και τώρα κοσμούσε τον τοίχο του χωλ.

Τελικά, το μόνο γρήγορο που κατάκτησε ο Μήτσος το πρωί ήταν ο καφές που ήπιε με ταχύτητα σφηνακίου. Η διαδρομή προς τη δουλειά του είχε όλα τα συναρπαστικά που πρέπει να έχει μια τέτοια διαδρομή. Κορναρίσματα, μποτιλιάρισμα, μπινελίκια και άθλιο ραδιόφωνο. Συναρπαστικός όμως είναι και ο χώρος εργασίας του. Το κονσερβοποιημένο χαμόγελο του θυρωρού που τον καλοσωρίζει του δίνει άλλο ένα λόγο να συνεχίσει το μπινελίκωμα.

«Καλημέρα σας κύριε Δημήτρη» του λέει ο securitάς

«Καλή σας μέρα» απαντάει ο Μήτσος, ενώ σκέφτεται «της μάνας σου ο κώλος, μαντρόσκυλο».

Στο ασανσέρ τυχαίνει να συναντήσει την Ηρώ, η οποία του απευθύνει ένα ξερό «καλημέρα κύριε Αθανασίου». Της απαντάει στο ίδιο κλίμα, ενώ σκέφτεται πόσο κρίμα είναι να «ξοδεύονται» τέτοιες καμπύλες σε ταγιέρ και τυπικότητες, αντί σε «ελευθεριακές» διακοπές στη Γαύδο. Στον κυρίως χώρο εργασίας του τα πράγματα είναι ουσιαστικά τα ίδια, γαρνιρισμένα όμως και με τη σπαστική παρουσία του αφεντικού.

Το διαλειμματάκι για σνακ, τη μοναδική ευκαιρία που έχει να απεγκλωβιστεί από τις έγνοιες της δουλειάς και τα γαυγίσματα του αφεντικού είναι αναγκασμένος να πνίξει ανάμεσα σε δυο κουβέντες, η μία περί ποδοσφαίρου και η άλλη περί αυτοκινήτων. Και ενώ το μυαλό του βρίσκεται δέκα χρόνια πριν, στους μπάφους που έπινε σε παραλία του Κουφονησίου αγκαλιά με μια εξαιρετική κοπέλα, συλλαμβάνει τον εαυτό του να συμμετέχει στη συζήτηση λέγοντας «το δικό μου βγάζει 104 άλογα» ή άλλες παρόμοιες ατάκες.

Αργά το μεσημέρι σχολάει και η διαδρομή προς το σπίτι παίρνει ρεβάνς από τις προσδοκίες του. Όλοι πιστεύουμε ότι τελειώνοντας τη δουλειά το κακό έχει ολοκληρωθεί. Εκείνο που δε σκεφτόμαστε είναι ότι ένα άλλο κακό ξεκινάει…

Στο σπίτι είναι μόνος, μια και η Τζίνα την έχει κάνει για τους γονείς της. Θα κοιμηθεί εκεί απόψε το βράδυ. Αυτός, ξελιγωμένος της πείνας και μια και το ψυγείο είναι άδειο, στρέφεται πάλι προς το διαφημιστικό του «Ο καλός ο γύρος όλα τα αλέθει» (μεταφορές – μετακομίσεις εντέρου…). Μετά το φαΐ, κινείται μηχανικά προς τον καναπέ, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του λυμένη την απορία σχετικά με τη συνήθεια των γονιών του να κοιμούνται το μεσημέρι. «Χάνουν τη μισή τους ζωή με το μεσημεριανό ύπνο» σκεφτόταν τότε. Τώρα ξέρει… Μετά από ένα δίωρο σάπισμα καναπέ και ανοιχτής τηλεόρασης (την οποία άντεξε μόνο δέκα λεπτά· μετά αποκοιμήθηκε), ξυπνάει και αποφασίζει να κοινωνικοποιηθεί. Τηλεφωνάει στο Γιώργο («αλήθεια, έχω να τον πάρω τηλέφωνο από την προηγούμενη φορά που η Τζίνα πήγε για ύπνο στους δικούς της») και τον πετυχαίνει σπίτι.

«Έλα ρε Γιώργαρε! Τι λέει; Για πού είσαι σήμερα; Ψήνεσαι για βόλτα;»

«Μπα μωρέ, γάμα το. Είμαι λίγο πτώμα κι έχω να τελειώσω κι ένα project μέχρι αύριο. Μάλλον το πάω για ξενύχτι».

Το τηλέφωνο έκλεισε όταν ο νους του Μήτσου ταξίδευε ήδη στο λόφο του Στρέφη, αρκετά χρόνια πριν. Μετά από ένα κυνηγητό με την αστυνομία, κατόπιν πορείας, ο Γιώργος είχε σκάσει με δύο τελάρα μπύρες λέγοντας «Κορίτσια, αν δεν τις πιούμε όλες, δε φεύγει κανείς από δω! Δε θα ξεφτιλιστούμε σήμερα, μετά από τέτοιο σκηνικό!». Αντίστοιχες απορρίψεις και αναμνησιακά flashback είχαν και οι δύο επόμενες τηλεφωνικές απόπειρές του με το Θανάση και το Σταύρο.

Τελευταία λύση, το διαδίκτυο. Σα να γύρισε ένας διακόπτης μέσα του, ο Μήτσος αρχίζει και «φορτώνει». Του βγαίνει επιθετικότητα προς τους χρήστες. «Γαμημένοι internetάκηδες, αποβλακωμένοι και εφησυχασμένοι! Κάθεστε με τις ώρες και υποτίθεται ότι επικοινωνείτε! Θα σας στρώσω εγώ!», αποφασίζοντας να κατευθύνει όλο το συσσωρευμένο από την καθημερινότητα μένος του στην πιο ανώδυνη αντιπαράθεση που θα μπορούσε να συμβεί. Μπαίνει σε κάθε ιστοσελίδα που ξέρει, στήνοντας καντηλοειδή και ειρωνικά σχόλια σχετικά με οτιδήποτε και χρησιμοποιώντας διαφορετικά παρατσούκλια κάθε φορά (ανώνυμος, Μουσταφά, αρχιεπίσκοπος Spiderman, ξανθιά βιτσιόζα σκλάβα κά.). Σε κάποιον έπρεπε να δώσει ένα μάθημα και αφού δε μπορούσε να το δώσει στον εαυτό του, το έδωσε στους άλλους! Η βραδιά πέρασε συναρπαστικά. Κάποια στιγμή μάλιστα, βρέθηκε σε τέτοιον ενθουσιασμό που του φάνηκε πως είχε στύση. Ξαφνικά το ξυπνητήρι χτυπάει. Είναι κιόλας 7:30 το πρωί…


loumboubamboula & mezcalin

1 Φεβ 2008

Χαμένες αγάπες vs Καμένες Αγάπες

Τη μια μέρα πας στο δάσος για να ηρεμήσεις (και καλά) από τις σχεδόν ψυχωτικές σκέψεις που σου σκάβουν τον εγκέφαλο. Έστω, να ξεφύγεις λιγάκι. Μάταιη προσπάθεια, εδώ που τα λέμε, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Κι έχεις μια φτωχή, αντανακλαστική «συνειδητότητα» του πού βρίσκεσαι. Το μυαλό σου μονοπωλούν οι σκοτεινές σκέψεις σου, χωρίς έτσι να μπορείς ή να θέλεις να σταθείς στη μοναδική ομορφιά που σου προσφέρει ο τόπος που διάλεξες να επισκεφθείς.
Την άλλη μέρα (ή τον άλλο μήνα), το δάσος δεν υπάρχει. Πού να ‘ξερες, γαμώτο, ότι ήταν η τελευταία φορά; Γιατί δεν του έδωσες την απαιτούμενη προσοχή τις μέρες εκείνες που το επισκέφθηκες; Ρητορική ερώτηση... Άξαφνα, οι σκέψεις που φιλοξενούσε το κεφάλι σου την τελευταία αυτή φορά που σε φιλοξένησε το δάσος, φαίνονται μάλλον ασήμαντες μπροστά στην απώλεια. Μέχρι να κάνουν κι αυτές το update τους, βέβαια… συνήθως δεν αργεί.
Ποιο είναι το περιεχόμενο και ποιο το περιτύλιγμα; Ποια είναι η ουσία και ποια η επικάλυψη; Ή μήπως είναι κι αυτό απλά θέμα πρωτεραιοτήτων;
Τι κάνουμε, λοιπόν, από ‘δω και πέρα; Υπομονή; Αναδάσωση; Χαβαλέ; Κουράγιο; Βόλτες; Ενέσεις; Την πάπια; Τα βάφουμε μαύρα; Θα μπορούσε να ‘ναι ατέλειωτο το multiple choice, αλλά και πάλι δεν ξέρω αν θα πρόβαλε μια αξιόλογη λύση…

ΥΓ. Δεν είναι μόνο οι θάνατοι (κυριολεκτικοί και μεταφορικοί) ανθρώπων που μας προκαλούν βαθιά θλίψη και που μας απογυμνώνουν μπροστά στον ίδιο μας τον εαυτό. Ας ελπίσουμε πως άλλα δάση που βάλαμε στην καρδιά μας (ή δε βάλαμε γιατί δεν έτυχε να γνωρίσουμε και να βιώσουμε) δε θα έχουν την ίδια γαμημένη τύχη με αυτή του Καϊάφα. Όσο κι αν το επίμαχο καλοκαίρι έχει φύγει εδώ και μήνες, οι αγάπες μας είναι σχεδόν πάντα επίκαιρες στο μυαλό μας.

29 Ιαν 2008

Επιτέλους, XAA lessons [alternate take]

Είναι πρόδηλο και κοινά αποδεκτό ότι τα περισσότερα κράτη της υφηλίου ταλανίζονται εδώ και χρόνια από την παγκόσμια οικονομική ύφεση. Τα μικρά, ελεγχόμενα κραχ των χρηματιστηρίων είναι πλέον καθημερινός κανόνας, ακόμα και σε ισχυρές οικονομίες, όπως αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Χωρίς να θέλουμε να γίνουμε απαισιόδοξοι και καταστροφολόγοι, πιστεύουμε πως μια βαθύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση είναι προ των πυλών. Μια κρίση που θα αγγίξει ανεξαιρέτως όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο η καθεμιά βασίζει την οικονομία της. Είναι γραφικό το να μιλάμε για εποχή ισχνών αγελάδων, άλλα όλοι οι δείκτες, σε συνδυασμό με την κοινή γνώμη, συναινούν σε αυτό. Αναλύοντας μονάχα την πορεία συγκεκριμένων κλάδων (πχ. τραπεζών ή κατασκευαστικών) αποκτούμε μια αποσπασματική εικόνα της πορείας της οικονομίας. Για ένα ρεαλιστικό συμπέρασμα γύρω από το ζήτημα που εδώ αναλύουμε χρειάζεται μια ενδελεχής και χωρίς προκαταλήψεις και μεροληψία μελέτη σχετικά με το οικονομικό και οικονομολογικό στάτους του πλανήτη.
Ο Νώε το είχε πει, αλλά ποιος τον άκουγε! «Πάρτε καμιά ομπρελίτσα, ρε κορίτσια κι αγόρια!», αλλά τίποτα αυτοί! Ήταν πεσμένοι με τα μούτρα στα όργια. Παρτουζονόσανται λυσσαλέα και ασταμάτητα. Είδε κι απόειδε ο Νώε και είπε να εκμεταλλευτεί τα κονέ που είχε με τον ύψιστο. «Τι θα γίνει με δαύτους, ρε αφεντικό;». «Μην ανησυχείς, θα τους κανονίσω εγώ. Αλλά επειδή εσένα σε πάω, θα σου παραχωρήσω ένα σκαφάκι για να βάλεις μέσα ένα ζευγάρι από κάθε είδος…».
Παρατηρούμε λοιπόν εδώ ότι σε ιστορικές περιόδους χαλαρών ηθών, όπως και η δική μας, οι διάφορες μαζικές καταστροφές που συμβαίνουν στον πλανήτη δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά θεία πρόνοια και παρέμβαση. Τα καταστροφικά αυτά συμβάντα συμβαδίζουν με το κλίμα (πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό κλπ.) κάθε εποχής. Για παράδειγμα, το αμερικανικό κραχ του 1929 είχε ευρύ αντίχτυπο, όπως είχε άλλοτε ο κατακλυσμός του Νώε. Επρόκειτο για έναν οικονομικό κατακλυσμό, αντίστοιχο με αυτόν που προοιωνίζεται σήμερα. Τραγική φιγούρα στην περίπτωση του 1929 απετέλεσε ο όσιος Patrick O’Noufrios, ο οποίος προειδοποιούσε «Πιείτε, ρε παιδάκια, κάνα τσαγάκι. Αρκετά με το ουίσκι!», ερχόμενος έτσι σε άμεση ρήξη με τους μαφιόζους και τους λαθρέμπορους αλκοόλ, εν μέσω ποτοαπαγόρευσης. Έχοντας συγκεντρώσει αρκετούς πιστούς και οδηγώντας τους προς την αποτοξίνωση, αποτελούσε έναν ορατό κίνδυνο για τον υπόκοσμο της Αμερικής. Αυτός ήταν ο λόγος που μαρτύρησε από τις μολυβένιες σφαίρες των μπράβων και παρότι καθολικός Ιρλανδός μετανάστης, η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε όσιο. Πρότεινε δε, τον εορτασμό του ονόματός του μια φορά κάθε 5 χρόνια, την τελευταία Κυριακή του Τριωδίου. Το μένος του θεού για το χαμό του ανθρώπου τούτου δεν άργησε να πέσει στα κεφάλια των αμαρτωλών. Κύματα ανεργίας, αυτοκτονιών και ξεκληρισμάτων οικογενειών προκάλεσε το θεόσταλτο κραχ.
Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, διακρίνουμε μια τραγική φιγούρα. Παλαιότερα ο Νώε, πιο ύστερα ο O’Noufrios. Στις μέρες μας, ο ελληνικής καταγωγής παν-αγιότατος Χριστόδουλος. Ο χαμός του αποτελεί προοίμιο επερχόμενης καταστροφής, μάλλον οικονομικής φύσης. Επί τούτου, λοιπόν, όλοι εμείς οι καλοί χριστιανοί νιώθουμε το θείο χρέος να βάλουμε κάνα φράγκο στην άκρη, γιατί σε λίγο θα σφίξουν οι κώλοι. Προς αυτή την κατεύθυνση θα προβούμε σε προτάσεις αγοράς αλλά και αποφυγής μετοχών.
Το ερχόμενο διάστημα, επιχειρήσεις με υψηλή κεφαλαιοποίηση μετοχών αναμένεται να είναι οι ακόλουθες:
- Καταστήματα εκκλησιαστικών ειδών. Λόγω του χαμού του μεγάλου πνευματικού ηγέτη, οι ανερμάτιστοι πιστοί θα αποταθούν σε κάθε σύμβολο της χριστιανικής πίστης. Εικόνες, καντήλια, θυμιατά και άλλα ανάλογα αντικείμενα θα κάνουν θραύση.
- Ανθοπωλεία. Θα αποτελούν για καιρό επιχειρήσεις ιδιαίτερου κέρδους, μια και μακροπρόθεσμα οι πιστοί θα προσφέρουν άνθη στον τάφο του μακαριστού. Θα φορεθούν περισσότερο οι μαργαρίτες…
- Εταιρίες χωματουργικών εργασιών. Διότι ένας τόσο μεγάλος ηγέτης δε μπορεί να ταφεί σε έναν απλό λάκκο. Θα χρειαστεί μια τεράστια έκταση (ανάλογη με το πνευματικό διαμέτρημα του απολεσθέντος) και ως εκ τούτου θα απαιτηθούν σκαπτικά μηχανήματα.
- Γραφεία τελετών. Οι ακραιφνείς πιστοί του θα προχωρήσουν σε ομαδικές αυτοκτονίες, ακολουθώντας τον έτσι και μετά θάνατον.
- Φαρμακοβιομηχανίες. Όσοι πιστοί επιζήσουν μετά το βαρύ πένθος θα πλακωθούν στα Tavor και στα Lexotanil για να μετριάσουν τον πόνο τους.
- Πορνογραφία. Λόγω της φήμης σχετικά με τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του θρησκευτικού τους ηγέτη, πλήθος συντηρητικών Ελλήνων απενοχοποίησαν τις μέχρι τώρα θεωρούμενες βδελυρές ταινίες σεξουαλικού περιεχομένου, οπότε προβλέπεται να σπεύσουν στα video club για να προμηθευτούν καμιά τσοντίτσα.
- Ναυτιλιακές εταιρίες. Πλήθη χριστιανών της ομογένειας θα κατακλύσουν τα βαπόρια προς τα πάτρια εδάφη για να αποτίνουν φόρο τιμής στο μεγάλο εθνάρχη.
- Κομμωτήρια. Πού πας, μανδάμ, σαν τη γύφτισσα; Μπορεί το ματάκι να ‘χει μαύρους κύκλους απ’ το κλάμα, αλλά τουλάχιστον το μαλλί πρέπει να ‘ναι σένιο! Κοτζάμ σταρούμπα πας να προσκυνήσεις!
- Καταστήματα ειδών gothic και emo. Πνοή θανάτου πλανάται πάνω απ’ τη χώρα. Άλλο που δε θέλουν τα μαλακισμένα να πιάσουν τα vibes του κάτω κόσμου. Αναμένεται οι emo να συχνάζουν πλέον υπό και όχι επί της πλατείας Συντάγματος (βλ. σταθμός metro), για να ‘ναι πιο κοντά στα Τάρταρα. Ειδικοί επί του θέματος προειδοποιούν ότι θα δημιουργηθεί emo φράξια που θα συχνάζει στο σταθμό του Μοναστηρακίου για να ‘ναι πιο κοντά στη Μητρόπολη.
- Καταστήματα εσώρουχων. Εξαιτίας του αβάσταχτου πόνου, πιθανολογείται ότι οι πιστές θα διαρηγνύουν, εν εξάλλω καταστάσει, τους στηθόδεσμούς των, κατά τη διάρκεια της νεκρόσιμης ακολουθίας.
Καθώς ο μακαριστός ήταν μεγάλος λάτρης του εθνικού φρονήματος και προασπιστής των εθνικών ιδεωδών (κοινώς, φασισταριό), άνοδο αναμένεται να σημειώσουν οι μετοχές της Άμεσης Δράσης, της Ομάδας Ζ, των ΜΑΤ, του Στρατού, του κόμματος του κυρίου Καρατζαφέρη και του καναλιού του κυρίου Λιακόπουλου, καθώς και του βιβλιοπωλείου του κυρίου Γεωργιάδη. Γενικώς, πάρτε φόρα και αγοράστε οτιδήποτε σας θυμίζει ελληνοκαυλίτιδα: σταυρούς, μανουάλια, φέσια, στολές Ευζώνων, τσαρούχια, δικέφαλους αετούς, σημαίες, κλόμπ και κράνη, φωτογραφίες της Πατουλίδου, του Δήμα και του Χαριστέα, βιντεοταινίες του ΤΗΛΕΦΩΣ, χάρτες με την Πόλη στην ελληνική επικράτεια, προσωπογραφίες των ηρώων του ’21, γενικώς αγοράστε. Όσο πιο πολύ φορτώσετε το σπίτι σας, τόσο πιο χριστιανικά θα βιώσετε το πένθος.
Αντίθετα, επιχειρήσεις με χαμηλή κεφαλαιοποίηση μετοχών αναμένεται να είναι οι ακόλουθες:
- Ελεύθερη διακίνηση ιδεών,
- Αλληλεγγύη (ειδικά στους μετανάστες, με το κύμα εθνικής ανάτασης που περιμένουμε),
- Προσωπική έκφραση/Αυτοδιάθεση,
- Ελεύθερη βούληση,
και γενικότερα οτιδήποτε συμβάλλει σε μια λιγότερο στενόμυαλη αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Σταθερές αναμένεται να παραμείνουν οι μετοχές του ΟΤΕ, καθώς και εταιριών παραγωγής και διάθεσης μαλακών ναρκωτικών.

ΥΓ. Όλες οι παραπάνω συμβουλές είναι μάταιες στην παρούσα φάση, μια και το Χρηματιστήριο, πιστό στα χριστιανικά ιδεώδη (κοινοκτημοσύνη, αγάπη προς τον πλησίον, ανιδιοτέλεια) έχει αναστείλει τη λειτουργία του μέχρι το πέρας του πένθους. Το καλύτερο που θα μπορούσατε να κάνετε είναι να πάτε μέχρι τη Μητρόπολη να προσκυνήσετε. Mετά την ολοκλήρωση του προσκυνήματος, ναυλωμένα από τη Μητρόπολη λεωφορεία θα μεταφέρουν τους πιστούς στο Allou Fun Park. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 100 (χρέωση 0,83 ευρώ/λεπτό), καθώς και στο site
www.makaristos.gr

loumboubamboula + mezcalin

26 Ιαν 2008

How much more art can we take?

Yeah, yeah, yeah!
Πάνε μόνο λίγοι μήνες από τότε που αναρωτήθηκα σχετικά με την τέχνη, από μια κουβέντα που είχα με την αγαπημένη μου φίλη Βιολέτα. Πρόπερσι, όταν είχε αναχωρήσει για την Ισπανία ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Γαμήσable, δε μπορώ να πω, αλλά όχι κάτι τρομερά εντυπωσιακό. Όταν επέστρεψε από την Ισπανία αντίκρισα μπροστά μου την επιτομή της καύλας. Είχε γίνει μια αιθέρια πεταλούδα. Τα στιλπνά μαλλιά της που έπεφταν ανέμελα στους ώμους της είχαν τουλάχιστον εφτά αποχρώσεις του μωβ· από μωβ-καφετί μέχρι μωβ-λαχανί. Στο αψεγάδιαστο κορμί της γινόταν το πάρτυ του piercing. Αυτιά, μύτη, μάγουλα, φρύδια, γλώσσα, αστράγαλοι, αφαλός, ούλα, επινεφρίδια, όλα ήταν στολισμένα με σκουλαρίκια και χαλκάδες σε κάθε απόχρωση του μωβ· από μωβ-ασημί μέχρι μωβ-βυσσινί. Το θείο δέρμα της ήταν ένας καμβάς από κάθε είδους αναπαράσταση· από ξωτικά και κέλτικους ρούνους μέχρι απίθανες σεξουαλικές στάσεις και το Μάο Τσε Τούνγκ με μπλουζάκι Megadeth. Κοινώς, ήταν μια οπτασία. «Πώς είσαι έτσι, μωρή μαλάκω;», της είπα μόλις την πρωτοείδα στο αεροδρόμιο απ’ όπου την παρέλαβα. «Αααα», μου είπε «όλα κι όλα. Τώρα ασχολούμαι με την τέχνη!».
- Δηλαδή, τι ακριβώς κάνεις;
- Σκηνοθεσία.
- Και για να γίνετε δεκτοί στη σχολή σάς είπαν να βάψετε τα μαλλιά σας ουράνιο τόξο; Ρωτάω επειδή κι εγώ ζωγραφίζω που και που. Λες να χρειάζεται να βάψω τα μούτρα μου κόκκινα για να γίνω καλύτερος;
- Ίσως και να χρειάζεται. Όταν ασχολείται κάποιος με το μεγάλο ζήτημα της αισθητικής, οφείλει να διευρύνει τις αναζητήσεις του ακόμα και πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Ο αισθητικός προβληματισμός οφείλει και πρέπει να μετουσιώνεται πάνω στο ίδιο σου το σώμα.
- Α ναι; Και τότε γιατί δεν είδα κανέναν να φοράει προβιά στο Σύνταγμα για λόγους εξερεύνησης της προσωπικής του αισθητικής;
Κάπου σε αυτό το σημείο η Βιολέτα άρχισε να προσποιείται οργασμό…… (ε, όχι λάθος, με συγχωρείτε, το έχω συνηθίσει σαν αντανακλαστική έκφραση από τις πρώην μου), άρχισε λοιπόν να προσποιείται ότι μιλάει στο κινητό της. Στο καπάκι μου λέει «Συγγνώμη βρε, είμαι λίγο πεσμένη από το ταξίδι. Βλέπεις είναι και αυτό το καταραμένο jet lag. Λέω να πάω σπίτι», και χωρίς πολλά λόγια βούτηξε ένα ταξί και την πούλεψε προς την οικία της στο Νέο Ψυχικό, αποφεύγοντας έτσι να συνεχίσει τη βαριά κουβέντα που πήγαινε να ξεκινήσει.
Συνεχίζοντας το δρόμο μου από το Ελ Βενιζέλ δια μέσου της Αττικής Οδού και έχοντας ήδη ανοίξει το απαραίτητο κουτάκι μπύρας, μου ήρθε στο νου ένα πρόσφατο ανάγνωσμα από το μεγάλο φιλόσοφο τέχνης Michael Faterheim, ο οποίος είχε θέσει ένα μεγάλο ερώτημα που μου τριβέλιζε το μυαλό. «Τελικά, πόση τέχνη μπορούμε να αντέξουμε; Και όταν λέω μπορούμε, προφανώς δεν αναφέρομαι στις μοναχικές ατομικές υπάρξεις μας, αλλά σε μια ευρύτερη πανανθρώπινη κοινωνία». Τελικά, μήπως δε μπορώ εγώ να αντιληφθώ το μεγαλείο της τέχνης; Μήπως η τέχνη είναι για τους λίγους και εκλεκτούς; Πώς συνδυάζεται η φώτιση των λίγων και εκλεκτών με το μωβ χρώμα των μαλλιών; Μήπως θα έπρεπε κι εγώ να βάλω ένα χαλκαδάκι στο πουλάκι μου για να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που λιώνουν τα ρολόγια του Νταλί; Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δίχως να το καταλάβω είχα ήδη φτάσει στη Μαβίλη, όπου μου ήρθε η όρεξη να φάω ένα τρισβρώμικο. Το παίρνω στα χέρια μου, αλλά πριν του καταφέρω την πρώτη δαγκωνιά, μου έρχονται στο νου σαν καμπάνα τα βαρύγδουπα λόγια της Βιολέτας. Ταυτόχρονα, στο απέναντι πεζοδρόμιο βλέπω το φίλο μου το Μήτσο από τη Βίλλα Αμαλίας να με πλησιάζει και να μου λέει «Τι κάνεις εκεί, ρε μαλάκα; Τρως λουκάνικο, άθλιε σαρκοφάγε; Το καημένο το ζωάκι δεν το σκέφτεσαι; Το ξέρεις μάλιστα ότι το αλλαντικό προέρχεται από γερμανική πολυεθνική;». Χωρίς πολλά πολλά, πέταξα το λουκάνικο σε ένα σκύλο, έλεγξα τα υπόλοιπα υλικά του βρώμικου και αφού διαπίστωσα ότι κανένα δεν είχε σφραγίδα πολυεθνικής, προχώρησα στο γεύμα μου από ψωμί, λάχανο και μαγιονέζα Kraft (τη μαγιονέζα δεν την είχε πάρει πρέφα ο Μήτσος). Ένιωθα βαθιές ενοχές, αλλά σύντομα απορροφήθηκα από την κουβέντα περί παγκοσμιοποίησης και μαζικότητας/εμπορικότητας της τέχνης που έκανα με το Μήτσο, στο σύντομο περίπατο προς τη διθέσια φτιαγμένη Alfa Romeo του, πριν αποχωρήσει για το σπίτι του στη Δροσιά.
Ο εγκέφαλός μου είχε ήδη αρχίσει να παραφορτώνεται. Τέχνη η Βιολέτα, τέχνη ο Faterheim, τέχνη κι ο Μήτσος! Άξαφνα, χτυπάει το κινητό μου. Ήταν ο φίλος μου ο Αγησίλαος από το Περιστέρι. Έξω φρενών, μου λέει:
- Ρε μαλάκα, έμαθα ότι ο μπασίστας της μπάντας που καλέσαμε χθες στην κατάληψή μας να παίξει live αγόρασε πρόσφατα ένα cd από το δισκάδικο του Σταύρου! Και μάλιστα το group αυτό έχει κάνει και video clip!
- Σοβαρά ρε; Ανήκουστο!
Μέσα μου βέβαια σκεφτόμουν ότι προχθές μπήκα κλεφτά στο Metropolis και αγόρασα το τελευταίο album των Bad Religion. Ο Αγησίλαος συνεχίζοντας μου λέει:
- Δεν έρχεσαι, ρε συ, κατά δω, γιατί φοβάμαι πως τα κινητά μας παρακολουθούνται; Μόλις φτάσεις, βγάλε και τη μπαταρία, για καλό και για κακό.
- Εντάξει, έρχομαι σε λίγο.
Πράγματι, σε λίγη ώρα φτάνω στην κατάληψη όπου ο Αγησίλαος μένει εδώ και δυο χρόνια. Μπαίνω μέσα και ακούω ομιλίες από ένα δωμάτιο στο βάθος του κτιρίου. Μπαίνω πιο μέσα και βλέπω τον Αγησίλαο να αγορεύει στη μέση του δωματίου, έχοντας γύρω του ένα κοινό από εικοσάχρονους μοϊκανούς και εικοσάχρονες ρασταφάρι, που κοίταζαν τον Αγησίλαο στο στόμα, όπως οι Απόστολοι κοιτούσαν το Χριστό: «Τι να σας πω ρε παιδιά; Άσχημο πράμα το σταριλίκι! Δε μπορεί εδώ μέσα να έρχεται το κάθε τσουτσέκι και να κάνει το κομμάτι του επί σκηνής! Επιτρέπεται να έρχονται οι Gau#fau^*dudu και η τραγουδίστρια να φοράει φούστα; Επιτρέπεται στη μπάντα να υπάρχει σαξόφωνο και φλάουτο; Επιτρέπεται να κάνουν διασκευή τραγουδιού του πουλημένου του Tom Waits;. Διότι σύντροφοι, με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται άτυπες ιεραρχίες και εκκολάπτεται η εμπορευματοποίηση. Εδώ μέσα πρέπει να μπαίνουν μόνο antisocial underground DIY punk μπάντες! Καλά τα έλεγε προ ημερών ο Κυριάκος από τους Ξύσμα, που στην τελική, σύντροφοι, είναι και ο καλύτερος κιθαρίστας της DIY σκηνής στην Ελλάδα». «Αχ, ναι» ψιθύρισε μια κοπελίτσα από το κοινό προς τη φίλη της «και είναι και τόσο ωραίο παιδί!». Τότε, ένα τυπάκι από το κοινό, μην έχοντας συναίσθηση του ρίσκου που παίρνει, λέει στοn Αγησίλαο: «Καλά τα λες ρε Άγη, αλλά μήπως έτσι γινόμαστε λιγάκι εσωστρεφείς; Στο λέω γιατί πριν από λίγο έλεγες κάτι για ανοίγματα προς την κοινωνία». Και γυρνάει ο Αγησίλαος προς το τυπάκι, κατακεραυνώνοντάς το με το βλέμμα του: «Άσε μας, ρε Βαγγελάκη, που θα μιλήσεις κι εσύ που ‘χεις μόνο τρεις μήνες εδώ μέσα! Κοίτα τους παλιούς να δεις πώς γίνεται η δουλειά!». Κάπου εκεί, θες επειδή με ταρακούνησε το θέατρο του παραλόγου, θες επειδή βρισκόμουν ήδη στο ένατο κουτάκι μπύρας, αποφασίζω να φύγω προς το σπίτι.
Στη διαδρομή προσπαθούσα μάταια να στοιχειοθετήσω τις πληροφορίες που σε ένα βράδυ μου μετέτρεψαν τον εγκέφαλο σε χυλό. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά μου στάθηκα, ούτε εγώ ξέρω γιατί, μπροστά σε έναν πίνακα του Paul Klee που είχα στο χωλ. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε μου πολυάρεσε· τον θεωρούσα μια ανόητη μουτζούρα, αλλά τον είχα κρεμασμένο για συναισθηματικούς λόγους. Ήταν δώρο μιας παλιάς μου γκόμενας. Κοιτάζοντάς τον και κατόπιν συνεργασίας του εγκεφάλου μου με την αιθυλική αλκοόλη που τον είχε κατακλύσει, μου φάνηκε πως μέσα στις ασυνάρτητες γραμμές άρχισε να διαγράφεται η μορφή ενός αυστηρού κυρίου με μούσι, μπερέ, τσιμπούκι και κασκόλ που μου έκανε κωλοδάχτυλο. Στο καπάκι, ο εγκέφαλός μου, προδίδοντάς με τελείως, μου επιφύλαξε και δεύτερη παραίσθηση, πολύ πιο ξεγυρισμένη από την πρώτη. Βρίσκομαι, λέει, στο πάρκο Gaudí στη Βαρκελώνη με πράσινη κόμμωση ράστα, piercing και στην πλάτη μου τατουάζ με τον Αργύρη Καμπούρη να ετοιμάζεται να εκτελέσει τις τελευταίες βολές για να μας χαρίσει το κύπελο, το ένδοξο έτος 1987. Στο χέρι μου κρατάω ένα ταγάρι γεμάτο με αγριοράδικα των Πυρηναίων που είχα μαζέψει για το μεσημεριανό μου γεύμα και χορεύω αλαλάζοντας ινδιάνικα γύρω από ένα τεράστιο φλεγόμενο σωρό από cd γνωστών δισκογραφικών εταιριών.
Κλάταρα! Το μυαλό μου βάρεσε tilt. Πήγα σα ζόμπυ στον καναπέ και μηχανικά άνοιξα την τηλεόραση σε κανάλι με τον Τσακ Νόρις πλαισιωμένο από σεξοβόμβες να διαφημίζει όργανα για ανάπτυξη μούσκουλων. Ορκίζομαι ότι ήταν οι ίδιες μου μετά από πέντε λεπτά διαφήμιζαν αποκουκουτσωτές κερασιών, κόφτες αγγουρακίων σε σχήμα σφυροδρέπανου, αποσμητικά για τα βρωμοπόδαρα του κανακάρη φαντάρου γιου σας και μια ξεχασμένη συλλογή μπαλαντών της δεκαετίας του ’60, ιδανική για αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, οδοντιατρείων και βουλκανιζατέρ. Το επόμενο πράγμα που έχω συγκρατήσει από την πραγματικότητα είναι οι στίχοι από τραγούδι που έβαλε πρωινιάτικα ο πιτσιρικάς φοιτητής γείτονάς μου:
All work is honourable and art is just a job
Let me spend my paycheck on a beer
No heroes, no leaders, no artists, no gods
I’m a worker, you’re a worker
Would you like to be a worker too?

loumboubamboula + mezcalin

21 Ιαν 2008

Παίχτε μπάλλα, ρε!

Το ελληνικό ποδόσφαιρο διανύει περίοδο παρακμής. Δεν ασχολούμαι εντατικά με το άθλημα, αλλά αυτό δε σημαίνει υποχρεωτικά πως δεν το γουστάρω και πως δε μπορώ να παθιαστώ με αυτό, κάποιες φορές. Η κρίση μου βασίζεται περισσότερο στην ψυχική ένταση που μου προκαλούσαν άλλοτε τα παιχνίδια (όχι μόνο της ΑΕΚ, την οποία υποστηρίζω) και στη συχνή ξενέρα που μου προκαλούν σήμερα. Αναρωτιέμαι πού πήγε το ανοιχτό, γρήγορο, τσαμπουκαλίδικο ποδόσφαιρο που κάποτε βλέπαμε στην τηλεόραση και που μας παρότρυνε να επισκεπτόμαστε συχνότερα το γήπεδο. Έχω να δω τέτοιας ποιότητας ποδόσφαιρο από το Euro 2004, όταν οι μουρλοί Ιρλανδοί (και μόνο αυτοί) έμπαιναν στο γήπεδο και σάρωναν, άσχετα με το ποια ομάδα είχαν απέναντί τους, άσχετα με το αν ο αγώνας ήταν γι’ αυτούς νικηφόρος ή όχι. Είμαι βέβαια σχεδόν σίγουρος πως αξιόλογο ποδόσφαιρο παίζεται σε ξένα πρωταθλήματα, αλλά πιο πολύ με απασχολεί το τι γίνεται εδώ, που μπορώ να παρακολουθώ καλύτερα.
Τα σφυρίγματα των διαιτητών διακόπτουν το ματς κάθε λίγο και λιγάκι. Αυτό, με τη σειρά τους, το έχουν χωνέψει οι ποδοσφαιριστές, οι οποίοι εκβιάζουν σφυρίγματα για ψύλλου πήδημα. Είναι δυνατόν ένα παιχνίδι να πάρει ρυθμό όταν διακόπτεται κάθε 27 δευτερόλεπτα; Είναι δυνατόν ένας ποδοσφαιριστής να επιλέξει να μείνει όρθιος, με πιθανό τίμημα να χάσει τη μπάλα, όταν ξέρει ότι μπορεί να «το παίξει» και να διατηρήσει τη μπάλα στην κατοχή της ομάδας του, με τη συγκατάθεση του διαιτητή;
Και τώρα, ας προχωρήσουμε αργά-αργά (πού καιρός για «επελάσεις» μεσο-επιθετικών και επιθετικών) προς τη μεγάλη περιοχή. Χαμένες ευκαιρίες και άγιος ο θεός! Για να μπει γκολ πρέπει να κάνεις τάμα. Κάντε μια σύγκριση του μέσου αριθμού των γκολ που έμπαιναν στα ματς πριν από 10-15 χρόνια με το σημερινό μέσο όρο. Ιδιαιτέρως με λυπεί το γεγονός ότι ακόμα και πρωτοκλασάτοι ποδοσφαιριστές του σήμερα χάνουν ευκαιρίες που πραγματικά δε χάνονται. Η ποιότητα έχει πέσει και δεν ξέρω τι φταίει γι’ αυτό. Είναι τα μανατζεριλίκια, οι σπόνσορες που κρύβονται πίσω από όλα, ο άκρατος επαγγελματισμός που απογυμνώνει το άθλημα από την «αλάνικη» ζωντάνια του, η τηλεόραση με τη στατιστικολαγνεία της και τις αναλύσεις επί αναλύσεων, οι παράγκες, η ξερή στρατηγική λόγω της μανίας για την κατάκτηση κάποιου τίτλου με οποιοδήποτε τίμημα ή η έλλειψη δεσίματος ανάμεσα στους παίχτες της ίδιας ομάδας; Μου σκάει πολλές φορές μια «δημοσιο-υπαλληλική» συμπεριφορά των ποδοσφαιριστών: «πάμε τα τρέξουμε λιγάκι, να πάρουμε και κάνα φάουλ, να βρεθούμε και σε καμιά διεκδίκιση και μετά να πάμε σπίτια μας. Κάποιος θα βρεθεί να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα και να σκοράρει. Κι αν δε σκοράρει, εντάξει...». Το ξέρω, γαμώ το ρομαντισμό μου, πως φανέλα δεν υπάρχει πλέον, αλλά τέτοιο κατάντημα δεν το περίμενα. Κάποιες φορές σκέφτομαι πως είναι καλύτερα να υπάρχει πάθος κι ας πέφτει και καμιά ψιλή εντός και εκτός γηπέδου. Αλλά πού χώρος για τέτοια πράγματα; Είναι σα να ζητάς από τον εργαζόμενο της Nokia να παθιαστεί με τη δουλειά του προς όφελος της επιχείρησης και προς ικανοποίηση εκείνων που διαθέτουν συσκευή κινητού της συγκεκριμένης μάρκας.
Αρχίδια στο μυστρί, που λέει κι ένας επιφανής μουσικός. Δεν πάμε, λέω γω, για κάνα 5χ5, να τους δείξουμε τι σημαίνει ενέργεια; Ψηθείτε, ρε! Στην τεχνική θα κολλήσουμε τώρα;

19 Ιαν 2008

The end of radio

(ο τίτλος του κειμένου δεν έχει φαινομενικά καμία σχέση με το περιεχόμενο του κειμένου. Τον επέλεξα επειδή πρόκειται για καταπληκτικό τραγούδι των Shellac, που τυχαίνει να περιγράφει εύστοχα κάποιες πτυχές της ζωής μου... Επίσης, θεωρώ πως ήρθε η ώρα στο πατιρντί του Αβασάνιστα να ξανακάνει την εμφάνισή του ο παλιός καλός κυκλοθυμικός Rio Mare, παρά το γεγονός ότι μας βλέπω σε πολύ καλό mood και γουστάρω)

Στην αρχή παραξενεύτηκα που πρωτοχρονιάτικα, μετά από τρελό χορό μέχρι το πρωί, βυθίστηκα σε σκοτεινές σκέψεις. Ύστερα ηρέμησα, μόλις αντιλήφθηκα ότι αυτό είναι απόλυτα φυσικό. Κάθε πρωτοχρονιά το ίδιο συμβαίνει, χωρίς βέβαια να υπονοώ ότι το φυσικό ταυτίζεται με το σύνηθες ή ορίζεται από το σύνηθες. Το πιο ωραίο είναι ότι επειδή «μυρίζεσαι» τον ερχομό των χριστουγεννιάτικων-πρωτοχρονιάτικων σκοτεινών σκέψεων, προπονείσαι σε αυτές, ήδη από τους προηγούμενους μήνες.
Το πώς και το γιατί δεν έχουν πολύ σημασία, αλλά ένα από τα πράγματα που διείσδυσαν στο μυαλό μου τη συγκεκριμένη μέρα είναι η εξέλιξη που μπορεί να λάβει μια ερωτική σχέση με τον καιρό. Δε μιλάω αποκλειστικά με βάση δικές μου περιπτώσεις, αφού είναι κι άλλοι, κοντινοί μου άνθρωποι, που τα μοιράζονται ή που τα μοιράστηκαν, ούτε φυσικά αυτά που έχω στο κεφάλι μου ισχύουν υποχρεωτικά σε όλες τις περιπτώσεις ανθρώπων και σχέσεων.
Θυμάμαι την αρχή: Ελάχιστα τηλέφωνα, λιγότερες επαφές κι όμως ξέρεις ότι ο άλλος είναι κάπου εκεί έξω. Δεν ξέρεις πού ακριβώς, αλλά σίγουρα κάπου βόσκει. Κι εκεί που βόσκει είναι καλά. Ακόμα κι αν δεν είναι τόσο καλά, ξέρεις πως θα βρεθείτε κάποια στιγμή, έστω και τυχαία, και όλα θα είναι καλά. Στάνταρ! Τα πράγματα καθορίζονται από μια άγραφη, «μεταφυσική» νομοτέλεια, κοινά αποδεκτή, τυλιγμένη σε ένα πέπλο άνεσης και κατανόησης. Δεν έχει σημασία το ότι δε γνωρίζεις επαρκώς τον άλλο. Θα μου πεις βέβαια, ότι ίσως γι’ αυτό να είσαι άνετος· είναι αρχή και τα πράγματα δεν έχουν προλάβει να φτάσουν στα επικίνδυνα, μη διαυγή, βαθιά νερά. Δε θέλω όμως να σκέφτομαι την όλη φάση υπό αυτό το γειωτικό πρίσμα, όσο κι αν φαίνεται πως κοιμάμαι όρθιος. Ούτε πάλι θέλω να απλουστεύσω το όλο σκηνικό προσδιορίζοντάς το με την αφαιρετική έννοια του ενθουσιασμού.
Θυμάμαι και τη συνέχεια: Περισσότερα τηλέφωνα, ενίοτε αναγκαστικά (και μη μου πει κανείς ότι όλα τα τηλεφωνήματα προς το σύντροφό του πηγάζουν πάντα από την προσωπική του θέληση, επιλογή ή καύλα γιατί θα τον χαρακτηρίσω επιεικώς ψεύτη – γενικεύω και γουστάρω τώρα, άσχετα αν αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μου). Επίσης, περισσότερες επαφές. Κι όσο στεριώνει αυτή η κατάσταση, τόσο περισσότερο σου μπαίνουν ψύλλοι στ’ αυτιά, τόσο περισσότερο αναρωτιέσαι αν ο απέναντί σου είναι πράγματι «δίπλα» σου. Λογικό, θα μου πεις, αφού μαθαίνεις τον άλλο καλύτερα και είσαι σε θέση να κρίνεις καλύτερα αν το πράγμα προχωράει. Ίσως πάλι, να μην εξηγείται τόσο απλά και ορθολογικά η φάση...
Εν ολίγοις, στην αρχή είναι κυριολεκτικά μακριά σου, αλλά μεταφορικά είναι κοντά σου. Αργότερα, είναι κυριολεκτικά κοντά σου, αλλά μεταφορικά μπορεί να είναι αλλού.
Το τέλος δε θα το θυμηθώ, διότι ακόμα το «επεξεργάζομαι» (ή μήπως αυτό με «επεξεργάζεται»;). Θα το θυμηθώ την επόμενη πρωτοχρονιά, του σωτήριου έτους 2009 και θα σας ξαναγράψω (αν το blog είναι ακόμα εδώ και αν είμαι κι εγώ ακόμα εδώ· ποτέ δεν ξέρεις τι ατύχημα μπορεί να σου συμβεί στο δρόμο ή στο οικειακό φαρμακείο ή στο στρατιωτικό φυλάκιο).

ΥΓ 1. Αν και τελείωσε η περίοδος των ευχών (καλύτερα, εδώ που τα λέμε), εύχομαι το ’08 να μην έχει τις καταστάσεις του ’07 που μας πήγαν γαμιώντας. Εύχομαι να έχει τις ωραίες, ενισχυμένες.
ΥΓ 2. Την ίδια ευχή είχα κάνει και πέρσι, τέτοιο καιρό, με το ’07 και το ’06, αντίστοιχα. Δεν πέτυχε, αλλά δε γαμιέται! Τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμα...
ΥΓ 3. Ειλικρινά, δεν έχω πιει στάλα. Ίσως βέβαια να έπρεπε να ‘χω πιει, για να εξαντληθούν και οι όποιες αναστολές μπροστά σε άτομα ποικίλης ηλικίας, φάσης ή κατάστασης που στοιχειώνουν/στοιχειοθετούν το blog αυτό.
Τελευταίο ΥΓ. Ποιος ανάρτησε στίχους των Joy;

15 Ιαν 2008

Τεχνητή λίμνη Λάδωνα


Αρκετά σχολίασα σήμερα. Μην έχοντας στο νου μου postάκι, αλλά επειδή ταυτόχρονα με τρώει να αναρτήσω κατιτίς για να δώσω κι εγώ πιο ζωντανά σημεία ζωής, σας χαρίζω αυτή τη χειμωνιάτικη φωτογραφία από ένα ωραίο μέρος. Έτσι, για να μαθαίνουν οι καινούριοι και να θυμούνται (όχι, μη, δεν πρέπει!) οι παλιοί.