- Πάμε λοιπόν να ξεκινήσουμε ανάλαφρα, γιατί στο δρόμο έχω την υποψία πως το βαρομετρικό θα βαρύνει, ε tragedian?
- Avanti λοιπόν maestro loumboubamboula
Film Noir: Η απαρχή - 10/1998
Ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν οι μεγάλες boys–bands (Take That, Backstreet Boys, 'N Sync).
Πιστός στην αντίληψη του περί μουσικής και διεθνούς καριέρας, ο tragedian είδε κατάφατσα το μέλλον: Η Πάτρα είχε ανάγκη από τη δικιά της αγορομπάντα. Διοργάνωσε λοιπόν, τα αντίστοιχα καλλιστεία και μετά από αρκετές ζυμώσεις (μπύρας) απονεμήθηκαν τα εξής βραβεία:
Drums: Λευτέρης ή παππούς (Ο Κώστας Πρέκας της σύγχρονης ρυθμολογίας, πληθωρικός, σαγηνευτικός, αλλά παρ' όλα αυτά «καυλιάρης», ψηφίστηκε από τις μεσήλικες της Αχαΐας ως το υποκατάστατο του George Clooney)
Μπάσο: Νίκος (το υγρό όνειρο κάθε μπαρόβιας, large lover-boy του 1μισο μπουκαλιού τζιν τη βραδιά – ελάχιστη κατανάλωση. Αξιομνημόνευτη η ικανότητα να παραμένει αλάνθαστος, ανεξαρτήτως ποσότητας αιθυλικής αλκοόλης που έχει καταναλώσει).
Πλήκτρα: Διονύσης (Ο Νίκος Ξανθόπουλος των keyboards, το λαϊκό παιδί με τη Φαρφίσσα απ' τον Αι Γιώργη το Λάγγουρα, που η μοίρα το 'ριξε στα πλοκάμια του mainstream και της διαπλοκής – δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα).
Κιθάρα: Θανάσης (Ο Axl Rose της αχαϊκής πρωτεύουσας – παίζω λίγη κιθάρα, αλλά το βασικό μου πλεονέκτημα είναι ότι έχω μηχανή κι είμαι και λεβεντόπαιδο).
Κιθάρα – φωνή: tragedian (Ο πυροσβέστης, ο μεσοβέζος, ο μετριοπαθής, ο μαλάκας)
Φλάουτο: loumboubamboula (το υβρίδιο του γκρουπ - τελικά τι είμαι; ροκ ή ωδειακός, ρομαντικός ή τεχνοκράτης, ρεμάλι ή καλλιτέχνης. Ρε μπας κι είμαι γκέι και δεν το 'χω πάρει χαμπάρι).
Γυναικείες φωνές – Γρούπιες (μτφ. Groupies): Κατερίνα (μικρή), Κατερίνα (μεγάλη), Εύη (μικρομέγαλη).
Η δημιουργική περίοδος, 3/2001
- «Έλα ρε, θα 'ρθεις για πρόβα…;»
- «Δε ξέρω…»
- «Έλα ρε μαλάκα, έχουμε μαζευτεί και σε περιμένουμε…»
- «Γαμώ τον Αι Γεράσιμο, την κάσα του Αϊ Σπυρίδωνα και τα κόκαλα του Δεσπότη, τελειώνω κι έρχομαι…»
…ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο. Σχεδόν καμιά πρόβα δεν είχε αρχίσει με απαρτία οργάνων και μουσικών. Καταραμένο μεροκάματο βλέπετε. Μια καρέκλα άβαφτη από πρόπερσι, μια πλακέτα ασύνδετη στον κουλοχέρη, ένα ιδιαίτερο την ώρα της πρόβας, μια πρόβα την ώρα της πρόβας, ε, δεν ήθελε και πολύ… Να μην τα πολυλογούμε όμως, όλοι γκρινιάζαμε κι όλοι αφήναμε πίσω το κατιτίς μας για να κάνουμε την ομαδική μας συνεδρία μέσα στο γκαράζ με τη φτηνιάρικη ταπετσαρία, που κάλυπτε την μόνωση από υαλοβάμβακα.
Οι αφορμές για γκρίνια δεν εξέλειπαν (όπως παντού άλλωστε): από τις απλές παρατηρήσεις «τι μαλακίες παίζεις;» μέχρι τα πολυσύνθετα υπαρξιακά–ερωτικά «τι κάνω εγώ εδώ μέσα, ποιος ο λόγος που κάνω τέχνη και τελικά τι δουλειά έχεις εσύ με τη γκόμενά μου, ρε μαλάκα;».
Οι μουσικές επιρροές του καθενός δε, χαοτικές μέχρι αναστάσεως. Από Ιησού τον Ζαγοραίο μέχρι Van der Graaf Generator και από Τάσο Κουνέλη μέχρι Echo and the Bannymen (stifado). Ως εκ τούτου λοιπόν, κατά την διάρκεια των προβών, συνυπήρχαν αρμονικά (λέμε τώρα) τα τζαζίστικα 5/4 του παππού με τους ανατολίτικους ήχους του samplαρισμένου τζουρά από τα keyboard του Διονύση και τα καταθλιπτικά αρπίσματά του tragedian μαζί με τις 5τονικές κλίμακες του αείμνηστου (κλειστό λόγω πένθους – Σιδηρόπουλου), επενδεδυμένα τρυφερά από του συριγμούς του πλαγίαυλου τουλούμπα (του loumba).
Οι πρόβες (όταν πήγαιναν καλά) είχαν έντονο το στοιχείο της ψυχοθεραπείας. Ο καθένας από εμάς κουβαλούσε κι άφηνε στο στουντιάκι του Ρίου ένα κομμάτι από τις φρίκες και τα προσωπικά του αδιέξοδα.Tα οικονομικά μας, τα οικογενειακά μας, τα κοινωνικο-φιλοσοφικο-πολιτικο-πολιτιστικά μας, τα αισθηματικά μας, τα γαστρεντερικά μας. Γενικά, μια καλή πρόβα αποτελούσε φάρμακο «δια πάσαν νόσον και μαλακίαν». Αντίθετα, όταν η πρόβα πήγαινε σκατά το σκηνικό είχε ως εξής: Τα απωθημένα που είχαμε κουβαλήσει με σκοπό να τα ξεφορτωθούμε τα ξαναπαίρναμε πίσω και μαζί μ' αυτά φορτωνόμασταν και κάνα δυο σακούλες νεύρα και γκρίνια για το σπίτι, μην τύχει και τελειώσει το προϊόν και δε δοκιμάσουν όλοι οι καλεσμένοι.
- Πρέπει να πω πως φωτεινή εξαίρεση αποτελούσε ο tragedian, ο οποίος έπαιζε περίπου τον ίδιο ρόλο που παίζει τώρα στο blog (ΠΚΣ – Πυροσβεστικές Κινήσεις Συνεργασίας). Όσο απογοητευμένος κι αν ήταν από την πρόβα, ποτέ δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του και ήταν πάντα διαλλακτικός και συνεργάσιμος.
Το βασικό χαρακτηριστικό που θυμόμαστε τώρα πια στα βαθιά μας γεράματα, ήταν η ζεστασιά που νιώθαμε μεταξύ μας μετά από μια καλή πρόβα ή ένα καλό live. Η έξαψη του καινούριου όταν δουλεύαμε πάνω σε ένα νέο κομμάτι. Τα χαβαλετζίδικα τζαμαρίσματα μετά το τέλος της πρόβας. Οι απογευματινές πρόβες των καλοκαιρινών σαββατοκύριακων, με καφεδάκι στον ήλιο, μπαλίτσα στο γρασίδι και τον Ιβάν (το σκύλο του τραγεδιανού) σε ρόλο πρωταγωνιστή. Οι επισκέψεις παλιών και νέων φίλων στις πρόβες, με πρώτο και καλύτερο τον δικό μας, τον Ιωάννη τον Μέγα (γεια σου, ρε simeon). Τα λόγια της πλώρης: Βαρύγδουπα μπεκροαποφθέγματα που λέγαμε την ώρα της πρόβας (κυρίως ο παππούς) και που αργότερα τα χρησιμοποιούσαμε ως εσωστρεφή κώδικα χαβαλέ. Την νύχτα που «έφυγε» η μητέρα του Νίκου και μαζευτήκαμε όλοι κάτω από το σπίτι του.
Όσο περνάει η ώρα, η λίστα θα γίνεται όλο και μεγαλύτερη και όλο και πιο εσωστρεφής, οπότε καλύτερα να σταματήσουμε εδώ.
(Το αρχειακό υλικό που παρουσιάζεται σε 1η Παγκόσμια Μετάδοση είναι μεταγραφή από κασσέτες γραμμένες με 2 μικρόφωνα σε live ηχογράφηση στο studio των Film Noir και από live εμφανίσεις στην Πάτρα την περίοδο 1999 - 2004. Παρακαλούμε την κατανόησή σας για την ποιότητα του ήχου).