Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα loumboubamboula. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα loumboubamboula. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

8 Απρ 2008

FILM NOIR – Μια Ασπρόμαυρη Ιστορία

(Ανάληψη ψυχής - μνημόσυνο στη μπάντα που ένωσε τις πορείες τους. Κουβεντιάζουν/αφηγούνται οι tragedian και loumboubamboula)

Ώχου Παναγίτσα μου (Τρυπητή) και τώρα τι γράφουμε; Γιατί απ' όλες τις κιθάρες που έχουμε κρεμασμένες στον τοίχο του χωλ, αυτή είναι μέσα στις τρεις πιο βαριές κι είναι τόσα πολλά αυτά που μπορούν να γραφτούν, που είναι σίγουρο πως η εσωστρέφεια θα κάνει πάρτυ στο λόφο του Στρέφη.
- Πάμε λοιπόν να ξεκινήσουμε ανάλαφρα, γιατί στο δρόμο έχω την υποψία πως το βαρομετρικό θα βαρύνει, ε tragedian?
- Avanti λοιπόν maestro loumboubamboula





Film Noir: Η απαρχή - 10/1998

Ήταν η εποχή που μεσουρανούσαν οι μεγάλες boys–bands (Take That, Backstreet Boys, 'N Sync).
Πιστός στην αντίληψη του περί μουσικής και διεθνούς καριέρας, ο tragedian είδε κατάφατσα το μέλλον: Η Πάτρα είχε ανάγκη από τη δικιά της αγορομπάντα. Διοργάνωσε λοιπόν, τα αντίστοιχα καλλιστεία και μετά από αρκετές ζυμώσεις (μπύρας) απονεμήθηκαν τα εξής βραβεία:

Drums: Λευτέρης ή παππούς (Ο Κώστας Πρέκας της σύγχρονης ρυθμολογίας, πληθωρικός, σαγηνευτικός, αλλά παρ' όλα αυτά «καυλιάρης», ψηφίστηκε από τις μεσήλικες της Αχαΐας ως το υποκατάστατο του George Clooney)

Μπάσο: Νίκος (το υγρό όνειρο κάθε μπαρόβιας, large lover-boy του 1μισο μπουκαλιού τζιν τη βραδιά – ελάχιστη κατανάλωση. Αξιομνημόνευτη η ικανότητα να παραμένει αλάνθαστος, ανεξαρτήτως ποσότητας αιθυλικής αλκοόλης που έχει καταναλώσει).

Πλήκτρα: Διονύσης (Ο Νίκος Ξανθόπουλος των keyboards, το λαϊκό παιδί με τη Φαρφίσσα απ' τον Αι Γιώργη το Λάγγουρα, που η μοίρα το 'ριξε στα πλοκάμια του mainstream και της διαπλοκής – δεν μπορούμε να πούμε περισσότερα).

Κιθάρα: Θανάσης (Ο Axl Rose της αχαϊκής πρωτεύουσας – παίζω λίγη κιθάρα, αλλά το βασικό μου πλεονέκτημα είναι ότι έχω μηχανή κι είμαι και λεβεντόπαιδο).

Κιθάρα – φωνή: tragedian (Ο πυροσβέστης, ο μεσοβέζος, ο μετριοπαθής, ο μαλάκας)

Φλάουτο: loumboubamboula (το υβρίδιο του γκρουπ - τελικά τι είμαι; ροκ ή ωδειακός, ρομαντικός ή τεχνοκράτης, ρεμάλι ή καλλιτέχνης. Ρε μπας κι είμαι γκέι και δεν το 'χω πάρει χαμπάρι).

Γυναικείες φωνές – Γρούπιες (μτφ. Groupies): Κατερίνα (μικρή), Κατερίνα (μεγάλη), Εύη (μικρομέγαλη).


Η δημιουργική περίοδος, 3/2001

- «Έλα ρε, θα 'ρθεις για πρόβα…;»
- «Δε ξέρω…»
- «Έλα ρε μαλάκα, έχουμε μαζευτεί και σε περιμένουμε…»
- «Γαμώ τον Αι Γεράσιμο, την κάσα του Αϊ Σπυρίδωνα και τα κόκαλα του Δεσπότη, τελειώνω κι έρχομαι…»

…ήταν ένα σύνηθες φαινόμενο. Σχεδόν καμιά πρόβα δεν είχε αρχίσει με απαρτία οργάνων και μουσικών. Καταραμένο μεροκάματο βλέπετε. Μια καρέκλα άβαφτη από πρόπερσι, μια πλακέτα ασύνδετη στον κουλοχέρη, ένα ιδιαίτερο την ώρα της πρόβας, μια πρόβα την ώρα της πρόβας, ε, δεν ήθελε και πολύ… Να μην τα πολυλογούμε όμως, όλοι γκρινιάζαμε κι όλοι αφήναμε πίσω το κατιτίς μας για να κάνουμε την ομαδική μας συνεδρία μέσα στο γκαράζ με τη φτηνιάρικη ταπετσαρία, που κάλυπτε την μόνωση από υαλοβάμβακα.
Οι αφορμές για γκρίνια δεν εξέλειπαν (όπως παντού άλλωστε): από τις απλές παρατηρήσεις «τι μαλακίες παίζεις;» μέχρι τα πολυσύνθετα υπαρξιακά–ερωτικά «τι κάνω εγώ εδώ μέσα, ποιος ο λόγος που κάνω τέχνη και τελικά τι δουλειά έχεις εσύ με τη γκόμενά μου, ρε μαλάκα;».



Οι μουσικές επιρροές του καθενός δε, χαοτικές μέχρι αναστάσεως. Από Ιησού τον Ζαγοραίο μέχρι Van der Graaf Generator και από Τάσο Κουνέλη μέχρι Echo and the Bannymen (stifado). Ως εκ τούτου λοιπόν, κατά την διάρκεια των προβών, συνυπήρχαν αρμονικά (λέμε τώρα) τα τζαζίστικα 5/4 του παππού με τους ανατολίτικους ήχους του samplαρισμένου τζουρά από τα keyboard του Διονύση και τα καταθλιπτικά αρπίσματά του tragedian μαζί με τις 5τονικές κλίμακες του αείμνηστου (κλειστό λόγω πένθους – Σιδηρόπουλου), επενδεδυμένα τρυφερά από του συριγμούς του πλαγίαυλου τουλούμπα (του loumba).


Οι πρόβες (όταν πήγαιναν καλά) είχαν έντονο το στοιχείο της ψυχοθεραπείας. Ο καθένας από εμάς κουβαλούσε κι άφηνε στο στουντιάκι του Ρίου ένα κομμάτι από τις φρίκες και τα προσωπικά του αδιέξοδα.Tα οικονομικά μας, τα οικογενειακά μας, τα κοινωνικο-φιλοσοφικο-πολιτικο-πολιτιστικά μας, τα αισθηματικά μας, τα γαστρεντερικά μας. Γενικά, μια καλή πρόβα αποτελούσε φάρμακο «δια πάσαν νόσον και μαλακίαν». Αντίθετα, όταν η πρόβα πήγαινε σκατά το σκηνικό είχε ως εξής: Τα απωθημένα που είχαμε κουβαλήσει με σκοπό να τα ξεφορτωθούμε τα ξαναπαίρναμε πίσω και μαζί μ' αυτά φορτωνόμασταν και κάνα δυο σακούλες νεύρα και γκρίνια για το σπίτι, μην τύχει και τελειώσει το προϊόν και δε δοκιμάσουν όλοι οι καλεσμένοι.
- Πρέπει να πω πως φωτεινή εξαίρεση αποτελούσε ο tragedian, ο οποίος έπαιζε περίπου τον ίδιο ρόλο που παίζει τώρα στο blog (ΠΚΣ – Πυροσβεστικές Κινήσεις Συνεργασίας). Όσο απογοητευμένος κι αν ήταν από την πρόβα, ποτέ δεν ύψωσε τον τόνο της φωνής του και ήταν πάντα διαλλακτικός και συνεργάσιμος.

- Ευχαριστώ loumba. Με άγγιξες…

Εικάζεται βέβαια, πως μετά από τρεις διαδοχικές αποτυχημένες πρόβες, προκειμένου να συνέλθει, επαναλάμβανε τη διαδρομή Ρίο – Αγ. Βασίλης για τουλάχιστον εφτά φορές, ακούγοντας στη διαπασών στο αυτοκίνητό του το Schizofrenia των Sepultura. Μετά πήγαινε στο σπίτι του.
Το βασικό χαρακτηριστικό που θυμόμαστε τώρα πια στα βαθιά μας γεράματα, ήταν η ζεστασιά που νιώθαμε μεταξύ μας μετά από μια καλή πρόβα ή ένα καλό live. Η έξαψη του καινούριου όταν δουλεύαμε πάνω σε ένα νέο κομμάτι. Τα χαβαλετζίδικα τζαμαρίσματα μετά το τέλος της πρόβας. Οι απογευματινές πρόβες των καλοκαιρινών σαββατοκύριακων, με καφεδάκι στον ήλιο, μπαλίτσα στο γρασίδι και τον Ιβάν (το σκύλο του τραγεδιανού) σε ρόλο πρωταγωνιστή. Οι επισκέψεις παλιών και νέων φίλων στις πρόβες, με πρώτο και καλύτερο τον δικό μας, τον Ιωάννη τον Μέγα (γεια σου, ρε simeon). Τα λόγια της πλώρης: Βαρύγδουπα μπεκροαποφθέγματα που λέγαμε την ώρα της πρόβας (κυρίως ο παππούς) και που αργότερα τα χρησιμοποιούσαμε ως εσωστρεφή κώδικα χαβαλέ. Την νύχτα που «έφυγε» η μητέρα του Νίκου και μαζευτήκαμε όλοι κάτω από το σπίτι του.
Όσο περνάει η ώρα, η λίστα θα γίνεται όλο και μεγαλύτερη και όλο και πιο εσωστρεφής, οπότε καλύτερα να σταματήσουμε εδώ.

(Συνεχίζεται…)


(Το αρχειακό υλικό που παρουσιάζεται σε 1η Παγκόσμια Μετάδοση είναι μεταγραφή από κασσέτες γραμμένες με 2 μικρόφωνα σε live ηχογράφηση στο studio των Film Noir και από live εμφανίσεις στην Πάτρα την περίοδο 1999 - 2004. Παρακαλούμε την κατανόησή σας για την ποιότητα του ήχου).

23 Φεβ 2008


Η ΟΔΥΣΣΕΙΑ ENOΣ ΠΡΙΟΝΙΣΜΕΝΟΥ (ΟΥΔΕΤΕΡΟ)
Η είδηση της απόσπασης μου έπεσε σαν βόμβα. Τον καιρό εκείνο εργαζόμουν υπό την καθοδήγηση του μεγάλου αφεντικού που άκουγε στο όνομα Μιμίκα Πούτσου. Η Μιμίκα είχε συγχωνεύσει τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες με την Solaris έχοντας ιδρύσει μια βιοτεχνία πεολειχίας που είχε ως βιτρίνα ένα γραφείο εύρεσης εργασίας σε γραμματείς. H Solaris κανόνιζε τα ραντεβού (κυρίως διαδικτυακά) και η Μιμίκα έκανε τη βρώμικη δουλεία (γνήσια εκπρόσωπος της εργατικής τάξης το κορίτσι). Στην αρχή η δουλειά πήγαινε καλπάζοντας , με το πέρας του χρόνου όμως προέκυψαν κάτι μπλεξίματα με την αστυνομία σκάσανε και κάτι δήθεν φήμες για αφροδίσια νοσήματα , με τα πολλά το κλείσανε το μαγαζί.
«Κάτι πρέπει να κάνω, δεν πάει άλλο « είπε η Μιμίκα και αποφάσισε να πουλήσει τα μικρά δάχτυλα των ποδιών της στον άσπονδο φίλο της και μαφιόζο Χοίρωνα. Ο Χοίρων διοικούσε μια παράνομη οργάνωση εμπορίας ανθρώπινων οργάνων και μελών. Βιτρίνα αυτής της οργάνωσης ήταν η βιομηχανία αλλαντικών :»Ο καλός ο χοίρωνας όλα τα αλέθει».
Η διαδικασία της απόσπασης μου ήταν απότομη και βίαιη. Το καταστατικό αγνοήθηκε πλήρως. Ούτε καν τη στοιχειώδη διαδικασία της νάρκωσης δεν τήρησαν οι βάρβαροι .Το πριόνι έκανε τόσο γρήγορα τη δουλειά του που ούτε να χαιρετήσω τους άλλους εννιά πρόλαβα ,ούτε να τσεκάρω το πεντικιούρ μου , ούτε να βεβαιωθώ πως το καλολιμαρισμένο νύχι που με κοσμούσε όλα αυτά τα χρόνια και ξετρέλαινε τους ποδολάγνους θαυμαστές της Μιμίκας είχε το σωστό λαχανί χρώμα που έπρεπε να έχει.
Με πέταξαν βιαστικά σε ένα ροζ μεταφορικό μέσο αγνώστου ταυτότητος και το ταξίδι προς το καινούριο μου πόστο ξεκίνησε. Το επόμενο πράγμα που αντίκρισα μόλις βγήκα στο φως του ήλιου ήταν μια άσπρη ιατρική μπλούζα με μια ταμπελίτσα πάνω της που έγραφε πάνω «Ιμπραίμ, πλαστικός χειρούργος».Αυτός τουλάχιστον ήταν κύριος, με νάρκωσε κανονικά .Την επόμενη φορά που ξύπνησα αντίκρισα τους καινούριους μου συνεργάτες και έχασα τον κόσμο κάτω απ’ το νύχι μου. Το χρώμα του δέρματός τους ήταν ένα σιχαμερό καφετί που θύμιζε σκατά, για πεντικιούρ ούτε κουβέντα, οι κάλοι ,οι σχισμένες πέτσες, τα στίγματα και οι πληγές έκαναν πάρτι πάνω τους, σε κάποια σημεία έμοιαζαν σα να ήταν καμένοι , για λιμαρισμένα νύχια και μανό ούτε λόγος, αφού κάποιοι απ’ αυτούς δεν είχαν καν νύχι, άσε δε η μπόχα που ανέδυαν . «Συγνώμη μικρέ που βρίσκομαι? « ρώτησα με σιχασιά ένα βρομιάρη που στεκόταν δίπλα μου.»Στη Βαγδάτη» μου απαντάει
-Και τι έπαθε αυτός που είχε το πόστο πριν από μένα ?
-Τον χάσαμε στους τελευταίους βομβαρδισμούς.
-Και πως λένε το καινούριο αφεντικό?
-Μουσταφά ο αναστενάρης.
Και πάνω που ετοιμαζόμουνα να ρωτήσω τι φοράμε εδώ και να τους εξηγήσω πως είμαι συνηθισμένη σε φίνα καλσόν, γούνινες παντοφλίτσες και πανάκριβα ψηλοτάκουνα prada νιώθω τη θερμοκρασία να ανεβαίνει εξωφρενικά απότομα. Τότε συνειδητοποίησα ότι η πατούσα της οποίας πλέον αποτελούσα μέρος, περπατούσε σε αναμμένα κάρβουνα και κατάλαβα τι σήμαινε η λέξη αναστενάρης δίπλα στο όνομα του αφεντικού. Άτιμη κενωνία, που άλλους τους ανεβάζεις και άλλους τους ρίχνεις σε ξένα πόδια!
Η ΔΙΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΣ Η ΠΩΣ ΝΑΤΑ ΚΟΝΟΜΗΣΕΤΕ ΜΕ ΜΙΑ ΑΠΛΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΑΦΗΓΗΣΗ: LOUMBOUBAMBOULA
Πάω λοιπόν που λέτε στο super market να αγοράσω λουκανικάκια. Πιστός στις αρχές της αφραγκίας και της σαβουροφαγίας κατευθύνομαι στο section με τα φτηνιάρικα- λιγδιάρικα όπου δεν αργώ να εντοπίσω την αγαπημένη μου συσκευασία. «Λουκάνικα mini ο καλός ο Χοίρωνας όλα τα αλέθει, Ελληνοπολωνικοαιγυπτιακός συνεταιρισμός».Τα βουτάω και τρέχω προς το σπίτι. Ανοίγοντας το πακέτο με περίμεναν δυο εκπλήξεις .Η πρώτη ήταν πως ανάμεσα στα λουκανικάκια υπήρχε ένα μικρό δαχτυλάκι γυναικείου ποδιού με ένα λαχανί νύχι. Η δεύτερη ήταν πως μέσα στη συσκευασία είχε ένα χαρτάκι που έγραφε:” Βρείτε τα δύο δάχτυλα της Μιμίκας μέσα στις συσκευασίες λουκάνικα mini και κερδίστε την πεολειχία της ζωής σας από την ίδια την καλλιτέχνιδα αυτοπρόσωπος ”. Ουάου σκέφτηκα η Μιμίκα έχει υπάρξει το wet dream των εφηβικών μου χρόνων, και τρέχω αμέσως στο super market να αγοράσω λουκάνικα mini. Από τότε τρώω μόνο λουκάνικα.

11 Φεβ 2008

Η αβάσταχτη μοναξιά του ανώνυμου σχολιαστή

Το ξυπνητήρι χτυπάει επίμονα. Είναι κιόλας 7:30 το πρωί. Ο Μήτσος, σε μια κατάσταση πνευματικής διαύγειας κατά τη μετάβαση από τον ύπνο προς τον ξύπνιο ξεκινάει μια θεώρηση βγαλμένη από τα παλιά. «Ξέρε τον εχθρό σου» έλεγαν στην παρέα του, στα φοιτητικά του χρόνια. Τελικά το χειρότερο μέσο καταστολής και κοινωνικής συμμόρφωσης που χρησιμοποιεί ο σύγχρονος πολιτισμός δεν είναι ούτε η αστυνομία, ούτε τα ΜΜΕ. Είναι το ξυπνητήρι! Η πραγματικότητα όμως έκανε βίαια την είσοδό της στον εγκέφαλο του Μήτσου, επαναφέροντας όλες τις σκέψεις που τον κατακλύζουν. Εκνευρισμένος, βουτάει την παντόφλα και την εκσφενδονίζει προς την άθλια γιαπωνέζικη μικροσυσκευή. Φυσικά, αστοχεί, οπότε ο νέος ήχος που φιλοξενείται στο δωμάτιο εκτός του ξυπνητηριού, είναι η φωνή του που λέει «σκάσε, γαμώ τον αντίθεό σου!».

«Καφέ!» είναι η επόμενη σκέψη του. Σηκώνεται από το κρεβάτι και οδεύει προς την κουζίνα. Εκεί βρίσκεται η κοπέλα του με την οποία είναι ήδη δύο χρόνια. «Ρε Τζίνα, λέω να μην πάω στη δουλειά σήμερα. Είσαι για ένα στα γρήγορα;» της λέει κι αυτή, ξινίζοντας τα μούτρα της, τον κοιτάει με ένα απαξιωτικό βλέμμα και του απαντάει «καλά ρε Δημήτρη, πότε θα μεγαλώσεις;» Για κάποιο λόγο, αυτή η παρατήρηση του θύμισε την παλιά του ηλεκτρική κιθάρα, στην οποία ποτέ δεν «πρόλαβε» να γίνει καλός και τώρα κοσμούσε τον τοίχο του χωλ.

Τελικά, το μόνο γρήγορο που κατάκτησε ο Μήτσος το πρωί ήταν ο καφές που ήπιε με ταχύτητα σφηνακίου. Η διαδρομή προς τη δουλειά του είχε όλα τα συναρπαστικά που πρέπει να έχει μια τέτοια διαδρομή. Κορναρίσματα, μποτιλιάρισμα, μπινελίκια και άθλιο ραδιόφωνο. Συναρπαστικός όμως είναι και ο χώρος εργασίας του. Το κονσερβοποιημένο χαμόγελο του θυρωρού που τον καλοσωρίζει του δίνει άλλο ένα λόγο να συνεχίσει το μπινελίκωμα.

«Καλημέρα σας κύριε Δημήτρη» του λέει ο securitάς

«Καλή σας μέρα» απαντάει ο Μήτσος, ενώ σκέφτεται «της μάνας σου ο κώλος, μαντρόσκυλο».

Στο ασανσέρ τυχαίνει να συναντήσει την Ηρώ, η οποία του απευθύνει ένα ξερό «καλημέρα κύριε Αθανασίου». Της απαντάει στο ίδιο κλίμα, ενώ σκέφτεται πόσο κρίμα είναι να «ξοδεύονται» τέτοιες καμπύλες σε ταγιέρ και τυπικότητες, αντί σε «ελευθεριακές» διακοπές στη Γαύδο. Στον κυρίως χώρο εργασίας του τα πράγματα είναι ουσιαστικά τα ίδια, γαρνιρισμένα όμως και με τη σπαστική παρουσία του αφεντικού.

Το διαλειμματάκι για σνακ, τη μοναδική ευκαιρία που έχει να απεγκλωβιστεί από τις έγνοιες της δουλειάς και τα γαυγίσματα του αφεντικού είναι αναγκασμένος να πνίξει ανάμεσα σε δυο κουβέντες, η μία περί ποδοσφαίρου και η άλλη περί αυτοκινήτων. Και ενώ το μυαλό του βρίσκεται δέκα χρόνια πριν, στους μπάφους που έπινε σε παραλία του Κουφονησίου αγκαλιά με μια εξαιρετική κοπέλα, συλλαμβάνει τον εαυτό του να συμμετέχει στη συζήτηση λέγοντας «το δικό μου βγάζει 104 άλογα» ή άλλες παρόμοιες ατάκες.

Αργά το μεσημέρι σχολάει και η διαδρομή προς το σπίτι παίρνει ρεβάνς από τις προσδοκίες του. Όλοι πιστεύουμε ότι τελειώνοντας τη δουλειά το κακό έχει ολοκληρωθεί. Εκείνο που δε σκεφτόμαστε είναι ότι ένα άλλο κακό ξεκινάει…

Στο σπίτι είναι μόνος, μια και η Τζίνα την έχει κάνει για τους γονείς της. Θα κοιμηθεί εκεί απόψε το βράδυ. Αυτός, ξελιγωμένος της πείνας και μια και το ψυγείο είναι άδειο, στρέφεται πάλι προς το διαφημιστικό του «Ο καλός ο γύρος όλα τα αλέθει» (μεταφορές – μετακομίσεις εντέρου…). Μετά το φαΐ, κινείται μηχανικά προς τον καναπέ, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού του λυμένη την απορία σχετικά με τη συνήθεια των γονιών του να κοιμούνται το μεσημέρι. «Χάνουν τη μισή τους ζωή με το μεσημεριανό ύπνο» σκεφτόταν τότε. Τώρα ξέρει… Μετά από ένα δίωρο σάπισμα καναπέ και ανοιχτής τηλεόρασης (την οποία άντεξε μόνο δέκα λεπτά· μετά αποκοιμήθηκε), ξυπνάει και αποφασίζει να κοινωνικοποιηθεί. Τηλεφωνάει στο Γιώργο («αλήθεια, έχω να τον πάρω τηλέφωνο από την προηγούμενη φορά που η Τζίνα πήγε για ύπνο στους δικούς της») και τον πετυχαίνει σπίτι.

«Έλα ρε Γιώργαρε! Τι λέει; Για πού είσαι σήμερα; Ψήνεσαι για βόλτα;»

«Μπα μωρέ, γάμα το. Είμαι λίγο πτώμα κι έχω να τελειώσω κι ένα project μέχρι αύριο. Μάλλον το πάω για ξενύχτι».

Το τηλέφωνο έκλεισε όταν ο νους του Μήτσου ταξίδευε ήδη στο λόφο του Στρέφη, αρκετά χρόνια πριν. Μετά από ένα κυνηγητό με την αστυνομία, κατόπιν πορείας, ο Γιώργος είχε σκάσει με δύο τελάρα μπύρες λέγοντας «Κορίτσια, αν δεν τις πιούμε όλες, δε φεύγει κανείς από δω! Δε θα ξεφτιλιστούμε σήμερα, μετά από τέτοιο σκηνικό!». Αντίστοιχες απορρίψεις και αναμνησιακά flashback είχαν και οι δύο επόμενες τηλεφωνικές απόπειρές του με το Θανάση και το Σταύρο.

Τελευταία λύση, το διαδίκτυο. Σα να γύρισε ένας διακόπτης μέσα του, ο Μήτσος αρχίζει και «φορτώνει». Του βγαίνει επιθετικότητα προς τους χρήστες. «Γαμημένοι internetάκηδες, αποβλακωμένοι και εφησυχασμένοι! Κάθεστε με τις ώρες και υποτίθεται ότι επικοινωνείτε! Θα σας στρώσω εγώ!», αποφασίζοντας να κατευθύνει όλο το συσσωρευμένο από την καθημερινότητα μένος του στην πιο ανώδυνη αντιπαράθεση που θα μπορούσε να συμβεί. Μπαίνει σε κάθε ιστοσελίδα που ξέρει, στήνοντας καντηλοειδή και ειρωνικά σχόλια σχετικά με οτιδήποτε και χρησιμοποιώντας διαφορετικά παρατσούκλια κάθε φορά (ανώνυμος, Μουσταφά, αρχιεπίσκοπος Spiderman, ξανθιά βιτσιόζα σκλάβα κά.). Σε κάποιον έπρεπε να δώσει ένα μάθημα και αφού δε μπορούσε να το δώσει στον εαυτό του, το έδωσε στους άλλους! Η βραδιά πέρασε συναρπαστικά. Κάποια στιγμή μάλιστα, βρέθηκε σε τέτοιον ενθουσιασμό που του φάνηκε πως είχε στύση. Ξαφνικά το ξυπνητήρι χτυπάει. Είναι κιόλας 7:30 το πρωί…


loumboubamboula & mezcalin

29 Ιαν 2008

Επιτέλους, XAA lessons [alternate take]

Είναι πρόδηλο και κοινά αποδεκτό ότι τα περισσότερα κράτη της υφηλίου ταλανίζονται εδώ και χρόνια από την παγκόσμια οικονομική ύφεση. Τα μικρά, ελεγχόμενα κραχ των χρηματιστηρίων είναι πλέον καθημερινός κανόνας, ακόμα και σε ισχυρές οικονομίες, όπως αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Χωρίς να θέλουμε να γίνουμε απαισιόδοξοι και καταστροφολόγοι, πιστεύουμε πως μια βαθύτερη παγκόσμια οικονομική κρίση είναι προ των πυλών. Μια κρίση που θα αγγίξει ανεξαιρέτως όλες τις χώρες, ανεξαρτήτως του τομέα στον οποίο η καθεμιά βασίζει την οικονομία της. Είναι γραφικό το να μιλάμε για εποχή ισχνών αγελάδων, άλλα όλοι οι δείκτες, σε συνδυασμό με την κοινή γνώμη, συναινούν σε αυτό. Αναλύοντας μονάχα την πορεία συγκεκριμένων κλάδων (πχ. τραπεζών ή κατασκευαστικών) αποκτούμε μια αποσπασματική εικόνα της πορείας της οικονομίας. Για ένα ρεαλιστικό συμπέρασμα γύρω από το ζήτημα που εδώ αναλύουμε χρειάζεται μια ενδελεχής και χωρίς προκαταλήψεις και μεροληψία μελέτη σχετικά με το οικονομικό και οικονομολογικό στάτους του πλανήτη.
Ο Νώε το είχε πει, αλλά ποιος τον άκουγε! «Πάρτε καμιά ομπρελίτσα, ρε κορίτσια κι αγόρια!», αλλά τίποτα αυτοί! Ήταν πεσμένοι με τα μούτρα στα όργια. Παρτουζονόσανται λυσσαλέα και ασταμάτητα. Είδε κι απόειδε ο Νώε και είπε να εκμεταλλευτεί τα κονέ που είχε με τον ύψιστο. «Τι θα γίνει με δαύτους, ρε αφεντικό;». «Μην ανησυχείς, θα τους κανονίσω εγώ. Αλλά επειδή εσένα σε πάω, θα σου παραχωρήσω ένα σκαφάκι για να βάλεις μέσα ένα ζευγάρι από κάθε είδος…».
Παρατηρούμε λοιπόν εδώ ότι σε ιστορικές περιόδους χαλαρών ηθών, όπως και η δική μας, οι διάφορες μαζικές καταστροφές που συμβαίνουν στον πλανήτη δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα, αλλά θεία πρόνοια και παρέμβαση. Τα καταστροφικά αυτά συμβάντα συμβαδίζουν με το κλίμα (πολιτικό, πολιτιστικό, κοινωνικό κλπ.) κάθε εποχής. Για παράδειγμα, το αμερικανικό κραχ του 1929 είχε ευρύ αντίχτυπο, όπως είχε άλλοτε ο κατακλυσμός του Νώε. Επρόκειτο για έναν οικονομικό κατακλυσμό, αντίστοιχο με αυτόν που προοιωνίζεται σήμερα. Τραγική φιγούρα στην περίπτωση του 1929 απετέλεσε ο όσιος Patrick O’Noufrios, ο οποίος προειδοποιούσε «Πιείτε, ρε παιδάκια, κάνα τσαγάκι. Αρκετά με το ουίσκι!», ερχόμενος έτσι σε άμεση ρήξη με τους μαφιόζους και τους λαθρέμπορους αλκοόλ, εν μέσω ποτοαπαγόρευσης. Έχοντας συγκεντρώσει αρκετούς πιστούς και οδηγώντας τους προς την αποτοξίνωση, αποτελούσε έναν ορατό κίνδυνο για τον υπόκοσμο της Αμερικής. Αυτός ήταν ο λόγος που μαρτύρησε από τις μολυβένιες σφαίρες των μπράβων και παρότι καθολικός Ιρλανδός μετανάστης, η Ορθόδοξη Εκκλησία τον ανακήρυξε όσιο. Πρότεινε δε, τον εορτασμό του ονόματός του μια φορά κάθε 5 χρόνια, την τελευταία Κυριακή του Τριωδίου. Το μένος του θεού για το χαμό του ανθρώπου τούτου δεν άργησε να πέσει στα κεφάλια των αμαρτωλών. Κύματα ανεργίας, αυτοκτονιών και ξεκληρισμάτων οικογενειών προκάλεσε το θεόσταλτο κραχ.
Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, διακρίνουμε μια τραγική φιγούρα. Παλαιότερα ο Νώε, πιο ύστερα ο O’Noufrios. Στις μέρες μας, ο ελληνικής καταγωγής παν-αγιότατος Χριστόδουλος. Ο χαμός του αποτελεί προοίμιο επερχόμενης καταστροφής, μάλλον οικονομικής φύσης. Επί τούτου, λοιπόν, όλοι εμείς οι καλοί χριστιανοί νιώθουμε το θείο χρέος να βάλουμε κάνα φράγκο στην άκρη, γιατί σε λίγο θα σφίξουν οι κώλοι. Προς αυτή την κατεύθυνση θα προβούμε σε προτάσεις αγοράς αλλά και αποφυγής μετοχών.
Το ερχόμενο διάστημα, επιχειρήσεις με υψηλή κεφαλαιοποίηση μετοχών αναμένεται να είναι οι ακόλουθες:
- Καταστήματα εκκλησιαστικών ειδών. Λόγω του χαμού του μεγάλου πνευματικού ηγέτη, οι ανερμάτιστοι πιστοί θα αποταθούν σε κάθε σύμβολο της χριστιανικής πίστης. Εικόνες, καντήλια, θυμιατά και άλλα ανάλογα αντικείμενα θα κάνουν θραύση.
- Ανθοπωλεία. Θα αποτελούν για καιρό επιχειρήσεις ιδιαίτερου κέρδους, μια και μακροπρόθεσμα οι πιστοί θα προσφέρουν άνθη στον τάφο του μακαριστού. Θα φορεθούν περισσότερο οι μαργαρίτες…
- Εταιρίες χωματουργικών εργασιών. Διότι ένας τόσο μεγάλος ηγέτης δε μπορεί να ταφεί σε έναν απλό λάκκο. Θα χρειαστεί μια τεράστια έκταση (ανάλογη με το πνευματικό διαμέτρημα του απολεσθέντος) και ως εκ τούτου θα απαιτηθούν σκαπτικά μηχανήματα.
- Γραφεία τελετών. Οι ακραιφνείς πιστοί του θα προχωρήσουν σε ομαδικές αυτοκτονίες, ακολουθώντας τον έτσι και μετά θάνατον.
- Φαρμακοβιομηχανίες. Όσοι πιστοί επιζήσουν μετά το βαρύ πένθος θα πλακωθούν στα Tavor και στα Lexotanil για να μετριάσουν τον πόνο τους.
- Πορνογραφία. Λόγω της φήμης σχετικά με τις ομοφυλοφιλικές τάσεις του θρησκευτικού τους ηγέτη, πλήθος συντηρητικών Ελλήνων απενοχοποίησαν τις μέχρι τώρα θεωρούμενες βδελυρές ταινίες σεξουαλικού περιεχομένου, οπότε προβλέπεται να σπεύσουν στα video club για να προμηθευτούν καμιά τσοντίτσα.
- Ναυτιλιακές εταιρίες. Πλήθη χριστιανών της ομογένειας θα κατακλύσουν τα βαπόρια προς τα πάτρια εδάφη για να αποτίνουν φόρο τιμής στο μεγάλο εθνάρχη.
- Κομμωτήρια. Πού πας, μανδάμ, σαν τη γύφτισσα; Μπορεί το ματάκι να ‘χει μαύρους κύκλους απ’ το κλάμα, αλλά τουλάχιστον το μαλλί πρέπει να ‘ναι σένιο! Κοτζάμ σταρούμπα πας να προσκυνήσεις!
- Καταστήματα ειδών gothic και emo. Πνοή θανάτου πλανάται πάνω απ’ τη χώρα. Άλλο που δε θέλουν τα μαλακισμένα να πιάσουν τα vibes του κάτω κόσμου. Αναμένεται οι emo να συχνάζουν πλέον υπό και όχι επί της πλατείας Συντάγματος (βλ. σταθμός metro), για να ‘ναι πιο κοντά στα Τάρταρα. Ειδικοί επί του θέματος προειδοποιούν ότι θα δημιουργηθεί emo φράξια που θα συχνάζει στο σταθμό του Μοναστηρακίου για να ‘ναι πιο κοντά στη Μητρόπολη.
- Καταστήματα εσώρουχων. Εξαιτίας του αβάσταχτου πόνου, πιθανολογείται ότι οι πιστές θα διαρηγνύουν, εν εξάλλω καταστάσει, τους στηθόδεσμούς των, κατά τη διάρκεια της νεκρόσιμης ακολουθίας.
Καθώς ο μακαριστός ήταν μεγάλος λάτρης του εθνικού φρονήματος και προασπιστής των εθνικών ιδεωδών (κοινώς, φασισταριό), άνοδο αναμένεται να σημειώσουν οι μετοχές της Άμεσης Δράσης, της Ομάδας Ζ, των ΜΑΤ, του Στρατού, του κόμματος του κυρίου Καρατζαφέρη και του καναλιού του κυρίου Λιακόπουλου, καθώς και του βιβλιοπωλείου του κυρίου Γεωργιάδη. Γενικώς, πάρτε φόρα και αγοράστε οτιδήποτε σας θυμίζει ελληνοκαυλίτιδα: σταυρούς, μανουάλια, φέσια, στολές Ευζώνων, τσαρούχια, δικέφαλους αετούς, σημαίες, κλόμπ και κράνη, φωτογραφίες της Πατουλίδου, του Δήμα και του Χαριστέα, βιντεοταινίες του ΤΗΛΕΦΩΣ, χάρτες με την Πόλη στην ελληνική επικράτεια, προσωπογραφίες των ηρώων του ’21, γενικώς αγοράστε. Όσο πιο πολύ φορτώσετε το σπίτι σας, τόσο πιο χριστιανικά θα βιώσετε το πένθος.
Αντίθετα, επιχειρήσεις με χαμηλή κεφαλαιοποίηση μετοχών αναμένεται να είναι οι ακόλουθες:
- Ελεύθερη διακίνηση ιδεών,
- Αλληλεγγύη (ειδικά στους μετανάστες, με το κύμα εθνικής ανάτασης που περιμένουμε),
- Προσωπική έκφραση/Αυτοδιάθεση,
- Ελεύθερη βούληση,
και γενικότερα οτιδήποτε συμβάλλει σε μια λιγότερο στενόμυαλη αντιμετώπιση των πραγμάτων.
Σταθερές αναμένεται να παραμείνουν οι μετοχές του ΟΤΕ, καθώς και εταιριών παραγωγής και διάθεσης μαλακών ναρκωτικών.

ΥΓ. Όλες οι παραπάνω συμβουλές είναι μάταιες στην παρούσα φάση, μια και το Χρηματιστήριο, πιστό στα χριστιανικά ιδεώδη (κοινοκτημοσύνη, αγάπη προς τον πλησίον, ανιδιοτέλεια) έχει αναστείλει τη λειτουργία του μέχρι το πέρας του πένθους. Το καλύτερο που θα μπορούσατε να κάνετε είναι να πάτε μέχρι τη Μητρόπολη να προσκυνήσετε. Mετά την ολοκλήρωση του προσκυνήματος, ναυλωμένα από τη Μητρόπολη λεωφορεία θα μεταφέρουν τους πιστούς στο Allou Fun Park. Πληροφορίες στο τηλέφωνο 100 (χρέωση 0,83 ευρώ/λεπτό), καθώς και στο site
www.makaristos.gr

loumboubamboula + mezcalin

26 Ιαν 2008

How much more art can we take?

Yeah, yeah, yeah!
Πάνε μόνο λίγοι μήνες από τότε που αναρωτήθηκα σχετικά με την τέχνη, από μια κουβέντα που είχα με την αγαπημένη μου φίλη Βιολέτα. Πρόπερσι, όταν είχε αναχωρήσει για την Ισπανία ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Γαμήσable, δε μπορώ να πω, αλλά όχι κάτι τρομερά εντυπωσιακό. Όταν επέστρεψε από την Ισπανία αντίκρισα μπροστά μου την επιτομή της καύλας. Είχε γίνει μια αιθέρια πεταλούδα. Τα στιλπνά μαλλιά της που έπεφταν ανέμελα στους ώμους της είχαν τουλάχιστον εφτά αποχρώσεις του μωβ· από μωβ-καφετί μέχρι μωβ-λαχανί. Στο αψεγάδιαστο κορμί της γινόταν το πάρτυ του piercing. Αυτιά, μύτη, μάγουλα, φρύδια, γλώσσα, αστράγαλοι, αφαλός, ούλα, επινεφρίδια, όλα ήταν στολισμένα με σκουλαρίκια και χαλκάδες σε κάθε απόχρωση του μωβ· από μωβ-ασημί μέχρι μωβ-βυσσινί. Το θείο δέρμα της ήταν ένας καμβάς από κάθε είδους αναπαράσταση· από ξωτικά και κέλτικους ρούνους μέχρι απίθανες σεξουαλικές στάσεις και το Μάο Τσε Τούνγκ με μπλουζάκι Megadeth. Κοινώς, ήταν μια οπτασία. «Πώς είσαι έτσι, μωρή μαλάκω;», της είπα μόλις την πρωτοείδα στο αεροδρόμιο απ’ όπου την παρέλαβα. «Αααα», μου είπε «όλα κι όλα. Τώρα ασχολούμαι με την τέχνη!».
- Δηλαδή, τι ακριβώς κάνεις;
- Σκηνοθεσία.
- Και για να γίνετε δεκτοί στη σχολή σάς είπαν να βάψετε τα μαλλιά σας ουράνιο τόξο; Ρωτάω επειδή κι εγώ ζωγραφίζω που και που. Λες να χρειάζεται να βάψω τα μούτρα μου κόκκινα για να γίνω καλύτερος;
- Ίσως και να χρειάζεται. Όταν ασχολείται κάποιος με το μεγάλο ζήτημα της αισθητικής, οφείλει να διευρύνει τις αναζητήσεις του ακόμα και πάνω στον ίδιο του τον εαυτό. Ο αισθητικός προβληματισμός οφείλει και πρέπει να μετουσιώνεται πάνω στο ίδιο σου το σώμα.
- Α ναι; Και τότε γιατί δεν είδα κανέναν να φοράει προβιά στο Σύνταγμα για λόγους εξερεύνησης της προσωπικής του αισθητικής;
Κάπου σε αυτό το σημείο η Βιολέτα άρχισε να προσποιείται οργασμό…… (ε, όχι λάθος, με συγχωρείτε, το έχω συνηθίσει σαν αντανακλαστική έκφραση από τις πρώην μου), άρχισε λοιπόν να προσποιείται ότι μιλάει στο κινητό της. Στο καπάκι μου λέει «Συγγνώμη βρε, είμαι λίγο πεσμένη από το ταξίδι. Βλέπεις είναι και αυτό το καταραμένο jet lag. Λέω να πάω σπίτι», και χωρίς πολλά λόγια βούτηξε ένα ταξί και την πούλεψε προς την οικία της στο Νέο Ψυχικό, αποφεύγοντας έτσι να συνεχίσει τη βαριά κουβέντα που πήγαινε να ξεκινήσει.
Συνεχίζοντας το δρόμο μου από το Ελ Βενιζέλ δια μέσου της Αττικής Οδού και έχοντας ήδη ανοίξει το απαραίτητο κουτάκι μπύρας, μου ήρθε στο νου ένα πρόσφατο ανάγνωσμα από το μεγάλο φιλόσοφο τέχνης Michael Faterheim, ο οποίος είχε θέσει ένα μεγάλο ερώτημα που μου τριβέλιζε το μυαλό. «Τελικά, πόση τέχνη μπορούμε να αντέξουμε; Και όταν λέω μπορούμε, προφανώς δεν αναφέρομαι στις μοναχικές ατομικές υπάρξεις μας, αλλά σε μια ευρύτερη πανανθρώπινη κοινωνία». Τελικά, μήπως δε μπορώ εγώ να αντιληφθώ το μεγαλείο της τέχνης; Μήπως η τέχνη είναι για τους λίγους και εκλεκτούς; Πώς συνδυάζεται η φώτιση των λίγων και εκλεκτών με το μωβ χρώμα των μαλλιών; Μήπως θα έπρεπε κι εγώ να βάλω ένα χαλκαδάκι στο πουλάκι μου για να καταλάβω τη βαθύτερη αιτία που λιώνουν τα ρολόγια του Νταλί; Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δίχως να το καταλάβω είχα ήδη φτάσει στη Μαβίλη, όπου μου ήρθε η όρεξη να φάω ένα τρισβρώμικο. Το παίρνω στα χέρια μου, αλλά πριν του καταφέρω την πρώτη δαγκωνιά, μου έρχονται στο νου σαν καμπάνα τα βαρύγδουπα λόγια της Βιολέτας. Ταυτόχρονα, στο απέναντι πεζοδρόμιο βλέπω το φίλο μου το Μήτσο από τη Βίλλα Αμαλίας να με πλησιάζει και να μου λέει «Τι κάνεις εκεί, ρε μαλάκα; Τρως λουκάνικο, άθλιε σαρκοφάγε; Το καημένο το ζωάκι δεν το σκέφτεσαι; Το ξέρεις μάλιστα ότι το αλλαντικό προέρχεται από γερμανική πολυεθνική;». Χωρίς πολλά πολλά, πέταξα το λουκάνικο σε ένα σκύλο, έλεγξα τα υπόλοιπα υλικά του βρώμικου και αφού διαπίστωσα ότι κανένα δεν είχε σφραγίδα πολυεθνικής, προχώρησα στο γεύμα μου από ψωμί, λάχανο και μαγιονέζα Kraft (τη μαγιονέζα δεν την είχε πάρει πρέφα ο Μήτσος). Ένιωθα βαθιές ενοχές, αλλά σύντομα απορροφήθηκα από την κουβέντα περί παγκοσμιοποίησης και μαζικότητας/εμπορικότητας της τέχνης που έκανα με το Μήτσο, στο σύντομο περίπατο προς τη διθέσια φτιαγμένη Alfa Romeo του, πριν αποχωρήσει για το σπίτι του στη Δροσιά.
Ο εγκέφαλός μου είχε ήδη αρχίσει να παραφορτώνεται. Τέχνη η Βιολέτα, τέχνη ο Faterheim, τέχνη κι ο Μήτσος! Άξαφνα, χτυπάει το κινητό μου. Ήταν ο φίλος μου ο Αγησίλαος από το Περιστέρι. Έξω φρενών, μου λέει:
- Ρε μαλάκα, έμαθα ότι ο μπασίστας της μπάντας που καλέσαμε χθες στην κατάληψή μας να παίξει live αγόρασε πρόσφατα ένα cd από το δισκάδικο του Σταύρου! Και μάλιστα το group αυτό έχει κάνει και video clip!
- Σοβαρά ρε; Ανήκουστο!
Μέσα μου βέβαια σκεφτόμουν ότι προχθές μπήκα κλεφτά στο Metropolis και αγόρασα το τελευταίο album των Bad Religion. Ο Αγησίλαος συνεχίζοντας μου λέει:
- Δεν έρχεσαι, ρε συ, κατά δω, γιατί φοβάμαι πως τα κινητά μας παρακολουθούνται; Μόλις φτάσεις, βγάλε και τη μπαταρία, για καλό και για κακό.
- Εντάξει, έρχομαι σε λίγο.
Πράγματι, σε λίγη ώρα φτάνω στην κατάληψη όπου ο Αγησίλαος μένει εδώ και δυο χρόνια. Μπαίνω μέσα και ακούω ομιλίες από ένα δωμάτιο στο βάθος του κτιρίου. Μπαίνω πιο μέσα και βλέπω τον Αγησίλαο να αγορεύει στη μέση του δωματίου, έχοντας γύρω του ένα κοινό από εικοσάχρονους μοϊκανούς και εικοσάχρονες ρασταφάρι, που κοίταζαν τον Αγησίλαο στο στόμα, όπως οι Απόστολοι κοιτούσαν το Χριστό: «Τι να σας πω ρε παιδιά; Άσχημο πράμα το σταριλίκι! Δε μπορεί εδώ μέσα να έρχεται το κάθε τσουτσέκι και να κάνει το κομμάτι του επί σκηνής! Επιτρέπεται να έρχονται οι Gau#fau^*dudu και η τραγουδίστρια να φοράει φούστα; Επιτρέπεται στη μπάντα να υπάρχει σαξόφωνο και φλάουτο; Επιτρέπεται να κάνουν διασκευή τραγουδιού του πουλημένου του Tom Waits;. Διότι σύντροφοι, με τον τρόπο αυτό δημιουργούνται άτυπες ιεραρχίες και εκκολάπτεται η εμπορευματοποίηση. Εδώ μέσα πρέπει να μπαίνουν μόνο antisocial underground DIY punk μπάντες! Καλά τα έλεγε προ ημερών ο Κυριάκος από τους Ξύσμα, που στην τελική, σύντροφοι, είναι και ο καλύτερος κιθαρίστας της DIY σκηνής στην Ελλάδα». «Αχ, ναι» ψιθύρισε μια κοπελίτσα από το κοινό προς τη φίλη της «και είναι και τόσο ωραίο παιδί!». Τότε, ένα τυπάκι από το κοινό, μην έχοντας συναίσθηση του ρίσκου που παίρνει, λέει στοn Αγησίλαο: «Καλά τα λες ρε Άγη, αλλά μήπως έτσι γινόμαστε λιγάκι εσωστρεφείς; Στο λέω γιατί πριν από λίγο έλεγες κάτι για ανοίγματα προς την κοινωνία». Και γυρνάει ο Αγησίλαος προς το τυπάκι, κατακεραυνώνοντάς το με το βλέμμα του: «Άσε μας, ρε Βαγγελάκη, που θα μιλήσεις κι εσύ που ‘χεις μόνο τρεις μήνες εδώ μέσα! Κοίτα τους παλιούς να δεις πώς γίνεται η δουλειά!». Κάπου εκεί, θες επειδή με ταρακούνησε το θέατρο του παραλόγου, θες επειδή βρισκόμουν ήδη στο ένατο κουτάκι μπύρας, αποφασίζω να φύγω προς το σπίτι.
Στη διαδρομή προσπαθούσα μάταια να στοιχειοθετήσω τις πληροφορίες που σε ένα βράδυ μου μετέτρεψαν τον εγκέφαλο σε χυλό. Μπαίνοντας στο διαμέρισμά μου στάθηκα, ούτε εγώ ξέρω γιατί, μπροστά σε έναν πίνακα του Paul Klee που είχα στο χωλ. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δε μου πολυάρεσε· τον θεωρούσα μια ανόητη μουτζούρα, αλλά τον είχα κρεμασμένο για συναισθηματικούς λόγους. Ήταν δώρο μιας παλιάς μου γκόμενας. Κοιτάζοντάς τον και κατόπιν συνεργασίας του εγκεφάλου μου με την αιθυλική αλκοόλη που τον είχε κατακλύσει, μου φάνηκε πως μέσα στις ασυνάρτητες γραμμές άρχισε να διαγράφεται η μορφή ενός αυστηρού κυρίου με μούσι, μπερέ, τσιμπούκι και κασκόλ που μου έκανε κωλοδάχτυλο. Στο καπάκι, ο εγκέφαλός μου, προδίδοντάς με τελείως, μου επιφύλαξε και δεύτερη παραίσθηση, πολύ πιο ξεγυρισμένη από την πρώτη. Βρίσκομαι, λέει, στο πάρκο Gaudí στη Βαρκελώνη με πράσινη κόμμωση ράστα, piercing και στην πλάτη μου τατουάζ με τον Αργύρη Καμπούρη να ετοιμάζεται να εκτελέσει τις τελευταίες βολές για να μας χαρίσει το κύπελο, το ένδοξο έτος 1987. Στο χέρι μου κρατάω ένα ταγάρι γεμάτο με αγριοράδικα των Πυρηναίων που είχα μαζέψει για το μεσημεριανό μου γεύμα και χορεύω αλαλάζοντας ινδιάνικα γύρω από ένα τεράστιο φλεγόμενο σωρό από cd γνωστών δισκογραφικών εταιριών.
Κλάταρα! Το μυαλό μου βάρεσε tilt. Πήγα σα ζόμπυ στον καναπέ και μηχανικά άνοιξα την τηλεόραση σε κανάλι με τον Τσακ Νόρις πλαισιωμένο από σεξοβόμβες να διαφημίζει όργανα για ανάπτυξη μούσκουλων. Ορκίζομαι ότι ήταν οι ίδιες μου μετά από πέντε λεπτά διαφήμιζαν αποκουκουτσωτές κερασιών, κόφτες αγγουρακίων σε σχήμα σφυροδρέπανου, αποσμητικά για τα βρωμοπόδαρα του κανακάρη φαντάρου γιου σας και μια ξεχασμένη συλλογή μπαλαντών της δεκαετίας του ’60, ιδανική για αίθουσες αναμονής αεροδρομίων, οδοντιατρείων και βουλκανιζατέρ. Το επόμενο πράγμα που έχω συγκρατήσει από την πραγματικότητα είναι οι στίχοι από τραγούδι που έβαλε πρωινιάτικα ο πιτσιρικάς φοιτητής γείτονάς μου:
All work is honourable and art is just a job
Let me spend my paycheck on a beer
No heroes, no leaders, no artists, no gods
I’m a worker, you’re a worker
Would you like to be a worker too?

loumboubamboula + mezcalin